22.12.11

Άψυχος - Μέρος Δεύτερο



Η φωτογραφία προέρχεται από τον Κώδικα Vindobonensis.
Αναπαριστά το σύμβολο για την ονομαστική απόδοση του ονόματος Ταμοανχάν.

Το πρώτο μέρος μπορείς να το διαβάσεις πατώντας εδώ






Οι μέρες περνούσαν επώδυνα, με την απουσία της να με τρελαίνει όλο και περισσότερο, καθώς ο καιρός έδειχνε πως ό,τι και να έκανα, όσο κι αν το ήθελα, δεν θα μπορούσα να ξεπεράσω τον θάνατό της. Απορρίπτοντας την ανάθεση των ανασκαφών στα Γάδαρα – μία απόφαση που πιστεύω πως ο Γουίδερς ακόμα δεν μου έχει συγχωρήσει μιας και αναγκάστηκε να στείλει τον μόνο διαθέσιμο, που δεν ήταν άλλος από τον εγωπαθή και αρκετά δύστροπο Τζέϊμς Μπέντφορντ – αποφάσισα να επιστρέψω στο Μεξικό. Στην Γη της Βροχής. Στην Ταμοανχάν, κάπου μέσα στην ζούγκλα του Μεξικού όπου αναπαύτηκε εκείνη και άρχισα να τρελαίνομαι εγώ.
Ο αέρας έχει δυναμώσει επικίνδυνα. Τα άθλια παραθυρόφυλλα της παμπάλαιας ξύλινης καλύβας χτυπάνε τόσο εκνευριστικά δυνατά, λες και είναι έτοιμα να ξεκολλήσουν. Λες και κάποιος, βρίσκεται εκεί έξω και έχει βαλθεί να με τρελάνει ακόμα περισσότερο, παίζοντας τέτοια παιγνίδια εις βάρος μου...
Σηκώνομαι για λίγο από την θέση μου και πηγαίνω στο ξεχαρβαλωμένο μικρό τραπέζι με τα ετοιμόρροπα πόδια όπου κρατάω ό,τι απέμεινε από εκείνη. Θέλω τις τελευταίες αυτές στιγμές να την έχω δίπλα μου, έστω κι αν ό,τι έχει απομείνει από αυτήν είναι μόνο γκρίζες στάχτες.
Ακουμπάω το πήλινο βάζο με το μισοραγισμένο καπάκι στα πόδια μου και το χαϊδεύω απαλά. Και μεταφέρομαι πίσω στον χρόνο, εκείνη την μέρα που έφτασα αργά το απόγευμα στο Μεξικό και το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να επισκεφτώ τον τάφο της. Ο οποίος ήταν βεβηλωμένος φυσικά, μιας και ποτέ δεν περίμενα κάτι διαφορετικό. Η αμορφωσιά των κατοίκων εδώ πέρα είναι το κάτι άλλο. Είναι ικανοί ακόμα και να σε σκοτώσουν αν τολμήσεις και προσβάλλεις την θρησκεία τους. Και αυτό ακριβώς είχα κάνει εγώ, όταν υπακούοντας την τελευταία της επιθυμία, την έθαψα εκεί. Στην αγαπημένη της Γη της Βροχής.
Πόσο μεγάλο ήταν το λάθος μου! Πόσο ακόμα θα κυλάει το αίμα αθώων στα χέρια μου! Ρίχνοντας επάνω στο νεκρό της σώμα το σκούρο, βαρύ χώμα της ιερής Ταμοανχάν, άθελά μου ξύπνησα κάτι πολύ παλιό, κάτι αφάνταστα επικίνδυνο, που ποτέ δεν κοιμόταν και περίμενε υπομονετικά για χιλιάδες χρόνια κάποιον σαν κι εμένα, τρελά ερωτευμένο, θανατηφόρα αφελή, θανάσιμα άπιστο, να το φέρει πάλι πίσω.
Αλλοπρόσαλλες σκέψεις τριγυρνούσαν στο μυαλό μου, οι αναμνήσεις μου από εκείνη με ποδοπατούσαν στυγνά, ώσπου ένα βράδυ, επιστρέφοντας στο σπίτι όπου νοίκιαζα από τον ένα και μοναδικό κάτοικο της περιοχής που μου είχε επιτρέψει να μείνω εκεί, θυμήθηκα τις παρακλήσεις στο Βιβλίο των Επιθυμιών, των Χρόνων και των Ονείρων, και παρακάλεσα τους θεούς τους, τους ικέτευσα να μου την στείλουν πίσω ελπίζοντας πια να είναι αλήθεια όλα όσα ψιθυρίζονταν πως στο έδαφος της Γης της Βροχής δεν υπάρχει ανάπαυση για τον νεκρό.
Και έτσι ακριβώς ήταν. Οι σκοτεινοί θεοί της Ξιμπάλμπα, του αβυσσαλέου Κάτω Κόσμου της μυθολογίας όλων των αρχαίων πολιτισμών που άφησαν το στίγμα τους στο Μεξικό, επέτρεψαν στην αγαπημένη μου να έρθει πάλι πίσω έτσι ακριβώς όπως ήταν, χωρίς τα σημάδια της αρρώστιας που την πέθανε, χωρίς νύχια και μαλλιά μακριά, χωρίς σκουληκοφαγωμένες σάρκες ή χώμα στα ρουθούνια και το στόμα. Ήταν ολόιδια εκείνη. Εκείνη που είχα πάντα σαν πιστή ερωμένη, σαν την καλύτερή μου φίλη, σαν μητέρα και πατέρα μαζί.
Αλλά δεν ήταν εκείνη.
Ήταν ένα πλάσμα μοχθηρό, γεμάτο ασύλληπτη κακία και φθόνο. Ήταν η προσωποποίηση της κακίας. Το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή που τα μάτια μου αγκάλιασαν το παρουσιαστικό της. Παρόλα αυτά, η λαχτάρα μου να την νιώσω μέσα στα χέρια μου θέριεψε ακόμα περισσότερο και δίχως να δώσω σημασία στον μικρό φόβο που εγκαταστάθηκε στην καρδιά μου σαν είδα τα μάτια της να λάμπουν παράξενα, το πέπλο σηκώθηκε από τα μάτια μου και η μαγεία της διεστραμμένης μας αυτής συνάντησης, όπου ο θάνατος έσμιγε με την ζωή, με παρέσυρε μαζί της.
Κι όταν ήρθε κοντά μου, όταν πρόφερε το όνομά μου – το όνομά μου να το ακούω ξανά από τα χείλη της – όταν με φίλησε με το χλωμό, στεγνό της στόμα, τα ξέχασα όλα. Από πού ερχόταν, ποιες επικλήσεις την έφεραν πίσω, τί ήταν... Δεν είχε πλέον καμία σημασία.
Ήταν εδώ.

...συνεχίζεται εδώ


© 2011 Κωνσταντίνα Λαψάτη





5 σχόλια:

  1. Με εκπλήσεις πάντα ευχάριστα Ντινούλα!
    Μα καλά που τα βρίσκεις όλα αυτά τα περίεργα; Τι διαβάζεις; Πόσο χαίρομαι τα ψαγμένα πράγματα!
    Τρομερή ιστορία! Περιμένω τη συνέχεια με αγωνία!

    Σε φιλώ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Νατάσσα μου, χαίρομαι που σου αρέσει!
    Έχω και κάτι άλλες ιστορίες, την μία που θα μάλλον θα αναρτήσω-δεν είμαι βέβαιη ακόμα λόγω κάποιων προσωπικών φραγμών- θα σου πω ποια είναι για να μην την διαβάσεις, γιατί είναι κάπως... σκληρή θα έλεγα, σοκαριστική. Θα σου πω όταν έρθει ο χρόνος, δεν θα ήθελα να νιώσεις άσχημα διαβάζοντάς την.
    Η συγκεκριμένη είναι από τις αγαπημένες μου, γιατί έχει αυτό το εξωτικό μυστήριο, αλλά αναμφίβολα, η πρώτη... αγαπημένη μου είναι το Αρχαίος Άνθρωπος της Καρδιάς μου.
    { ο τίτλος είναι από ένα μουσικό θέμα των ΣNIGMA, όπου μόλις το άκουσα, ήξερα πως έπρεπε να γράψω μία ιστορία για αυτό }.

    Φιλιά πολλά ! Θα τα πούμε πάλι !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Τώρα που το θυμήθηκα, θα προσπαθήσω να φτιάξω μία λίστα με τα αγαπημένα μου, βιβλία, πρόσωπα, ρητά κ.λπ., την είχα φτιάξει αλλά κάτι έκανα λάθος και δεν μου έβγαινε σαν σύνδεσμος και θα ήθελα, αν θέλεις και εσύ φυσικά, να διαβάσω από την αρχή όλα όσα έχεις γράψει και να βάλω αυτό που μου άρεσε.
    Θα είναι δύσκολο γιατί τρελαίνομαι γα το Βράδυ Στερνό των Αναμνήσεων και εκείνο με τον άνδρα που έγινε κάποιος άλλος { επειδή εκτός από την συγγραφική του αξία, σου έχω πει πως μου αρέσει που χρησιμοποιείς λέξεις που άλλοι ντρέπονται ακόμα και να σκεφτούν! Έχω να μάθω πολλά από εσένα }
    Βέβαια, όλα αυτά θα γίνουν αφού βρω τον τρόπο που ελπίζω να γίνει σύντομα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ανώνυμος7/3/12 12:37 μ.μ.

    Kαταπληκτικό!!!!! Ευτυχώς ήρθε αυτή η μέρα που ενηλικιώθηκα για να με αφήσεις να διαβάζω τις άρρωστες και σκοτεινές(......με την καλή έννοια πάντα......)ιστορίες σου!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Είδες τί όμορφο {!!!} είναι να μεγαλώνεις;
      Κάνεις πολύ περισσότερα πράγματα απ' όσα έκανες.
      Κι ένα απ' αυτά, είναι να διαβάζεις τις ιστορίες που δεν σε άφηνα να διαβάσεις :)

      Διαγραφή

SEARCH FORM

Constance Lapsati - Author