29.12.11

Άψυχος - Μέρος Τρίτο



Περάσαμε μαζί μία ονειρική εβδομάδα, όπου όλα ήταν σχεδόν όπως πριν όταν εκείνη ζούσε ακόμα, προτού αυτές οι επτά μέρες ευδαιμονίας λήξουν και παραχωρήσουν την θέση τους στον εφιάλτη. Η αγαπημένη μου έπρεπε να τρέφεται, όπως τρεφόμουν κι εγώ με κάθε λογής εδέσματα που έβρισκα στο μικρό τοπικό εστιατόριο. Η δική της τροφή όμως, διέφερε από την δική μου, γιατί ταΐζοντας εκείνη, δεν τάιζα παρά τους αχόρταγους άρχοντες της Ξιμπάλμπα, που έχοντας ξυπνήσει από τον πολυετή, βαρύ, σκοτεινό τους ύπνο, επιζητούσαν όλο και περισσότερο και με ακόμα μεγαλύτερη λύσσα να πιουν το αίμα αθώων θυμάτων και να γευτούν τις σάρκες τους.
Το πρώτο θύμα ήταν ένα δεκαοκτάχρονο κορίτσι που ζούσε λίγο πιο πέρα από εμένα και ομολογώ πως η δολοφονία της δεν με σόκαρε καθόλου. Ήταν λες και πάντα περίμενα να βυθίσω το μαχαίρι μου σε έναν ανθρώπινο λαιμό, να τραβήξω την λάμα από άκρη σε άκρη, να νιώσω επάνω μου το ζεστό αίμα, να συγκρατήσω το κορμί με όση δύναμη διέθετα ώστε αυτό να πάψει να ταρακουνιέται, ώσπου να μείνει ακίνητο, λειψό από ζωή, ολοκληρωτικά νεκρό. Ποτέ όμως δεν μου είχε δοθεί η ευκαιρία να ζήσω έναν θάνατο που να προέρχεται από τα δικά μου χέρια και έτσι, έχοντας παραδοθεί πλήρως στην παράνοια, της πήγαινα αδιαμαρτύρητα ό,τι μου ζητούσε.
Σκότωσα για χάρη της δώδεκα ανθρώπους, δύο για κάθε μέρα. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε εγώ να επιφορτιστώ με αυτές τις πράξεις κι όχι εκείνη, αφού και την απαραίτητη σωματική δύναμη διέθετε - σαφώς μεγαλύτερη από την δική μου - και στερημένη ήταν από κάθε τί που χαρακτήριζε την ανθρώπινη ευαισθησία και ευσυνειδησία. Δεν ήταν άνθρωπος. Δεν ήταν καν ένας αναστημένος άνθρωπος. Ήταν η ίδια η πνοή της Ξιμπάλμπα, επικίνδυνη και φαρμακερή, θανατηφόρα και πανταχού παρούσα. Γνώριζε τί θα συμβεί προτού καν τα γεγονότα μπουν στον τροχό της πραγματοποίησης, είχε την ικανότητα να προβλέπει το μέλλον χωρίς να ρίξει τις κάρτες ή να διαβάσει τα φύλλα του φοίνικα, μιλούσε ώρες ασταμάτητες για το μακρινό παρελθόν που έζησε η περιοχή, αποκαλύπτοντας μυστικά που κάθε επιστήμονας θα πούλαγε και την ψυχή του για να μάθει.
Μα διψούσε επίμονα και κάθε νύχτα διψούσε όλο πιο αχόρταγα και εγώ κόντευα να τρελαθώ, αλλά ξαφνικά λες και το μαγεμένο πέπλο της τρέλας έφυγε από το μάτια μου, αντίκρισα την λογική και προσπάθησα να ξεσηκωθώ, μα εκείνη με απείλησε, μου όρμησε, με χτύπησε, τα νύχια της μου έκαναν βαθιές πληγές στα μάγουλα που τα σημάδια τους υπάρχουν μέχρι τώρα, και εγώ, δεν άντεξα παραπάνω όταν μου ζήτησε να της πάω το νεογέννητο της μικρής Χουανίτας που ήταν η μοναδική πλέον στο χωριό που με ανεχόταν και μου έλεγε μία γλυκιά καλημέρα όποτε την αντάμωνα, δεν άντεξα και της επιτέθηκα κι εγώ και πάνω στον καυγά, την χτύπησα δυνατά στο κεφάλι και εκείνη ζαλίστηκε και βρήκα την ευκαιρία να την κάψω, να την κάψω την άτιμη, την πέταξα μέσα στο αναμμένο τζάκι και λίγο λίγο την έχωνα όλο και πιο πολύ μέσα στις αδηφάγες φλόγες, καίγοντας και εγώ τα χέρια μου, ουρλιάζοντας από πόνο και οδύνη, από πόνο που καιγόμουν μαζί της, από οδύνη που την έχανα ξανά.
Παίρνω μία βαθιά ανάσα και ακούω τον άνεμο που θεριεύει. Η νύχτα έχει απλώσει τα δίχτυα της, οι σκιές της είναι πέτρες δεμένες στον λαιμό, πιστοί ακόλουθοι μου που σέρνονται πίσω μου να με τρομοκρατήσουν. Να με σκοτώσουν.
Την φοβάμαι την νύχτα. Μόνο τότε βγαίνουν από τις κρυψώνες τους οι θεοί της Ξιμπάλμπα και αναζητούν τα θύματά τους, να πιουν το αίμα τους, να φάνε την σάρκα τους και να δυναμώσουν περισσότερο. Κάποια φώτα εμφανίζονται έξω από το παράθυρο. Η πόρτα τραντάζεται και η καρδιά μου χάνει δύο- τρεις- τέσσερις χτύπους. Ήρθαν, ήρθαν για μένα ! σκέφτομαι με τον φόβο να έχει κατακλύσει το είναι μου, οι θεοί, οι θεοί ήρθαν να με αποτελειώσουν, που τόλμησα να σκοτώσω το δημιούργημά τους, που επέλεξα την προδοσία αντί να συμμαχήσω μαζί τους !
Η πόρτα γκρεμίστηκε και μέσα στην καλύβα εισέβαλε ένα μαινόμενο πλήθος από χωρικούς. Τα φώτα που είδα να πάλλονται πριν λίγο δεν ήταν τίποτα άλλο, παρά οι φλόγες από τις δάδες τους. Οι φωνές που άκουγα και έμοιαζαν με ανίερες ψαλμωδίες, προέρχονταν από ανθρώπινα πνευμόνια κι όχι από θεϊκά λαρύγγια, μια φωνή κατακόκκινη από το αίμα των θυμάτων. Κατακόκκινη όπως η όρασή μου τώρα πια, καθώς τα χτυπήματά τους παραείναι δυνατά για να τα αντέξω.
Ένα σίδερο με βρίσκει στο κεφάλι και το ανοίγει τόσο, ώστε ένα καινούργιο αιμάτινο μονοπάτι να κυλήσει στον σβέρκο μου και να ποτίσει τον γιακά της μπλούζας μου.
Οι εξαγριωμένες τους κραυγές με φοβίζουν τόσο που έχω σχεδόν παραλύσει από τον τρόμο. Πού είναι οι θεοί; ουρλιάζω ξέφρενα, έχοντας χάσει πια κάθε λογική. Αυτούς κορόιδεψα, δεν έχετε λοιπόν το δικαίωμα να με σκοτώσετε εσείς, εσείς και οι ηλίθιες προκαταλήψεις σας !
Σωριάζομαι κάτω και εκείνοι δεν σταματούν να με χτυπούν αλύπητα. Μία κλωτσιά με βρίσκει στο στομάχι και άλλη μία στο κεφάλι και η τρίτη χώνεται μέσα στα πλευρά μου και η τέταρτη εισβάλλει στο μάτι μου και εκεί, καθώς βρίσκομαι ακόμα κάτω και δέχομαι τα λυσσασμένα τους χτυπήματα, αναρωτιέμαι, ποιός είναι περισσότερο επικίνδυνος, ο θνητός αμόρφωτος χωρικός που υπακούει τις προσταγές κάποιου γέροντα μάγου ή ένας ξεχασμένος αθάνατος θεός; Ποιά είναι η πραγματικότητα; Υπήρξα ποτέ; Ποιός ήμουν; Ποιά ήταν εκείνη που για χάρη της έκοψα το νήμα του θανάτου για να την επαναφέρω στην ζωή; Υπήρχε στα αλήθεια εκείνη; Υπήρχα στα αλήθεια εγώ; Υπάρχουν οι θεοί της Ξιμπάλμπα; Ή μήπως όλα ήταν ένα νοσηρό παιγνίδι της κομματιασμένης μου λογικής; Μήπως είχα τρελαθεί τόσο που φαντάστηκα την επιστροφή της από τον άλλο κόσμο και όταν πλέον κάθε έννοια του φυσιολογικού είχε καταρρεύσει μέσα μου, άρχισα να δολοφονώ όλους εκείνους τους αθώους;
Τα χτυπήματα συνεχίστηκαν μέχρι που πέθανα. Οι χωρικοί έφυγαν από το σπίτι, αφήνοντάς με νεκρό, μες στα αίματα, το ίδιο όμως παράφρονα με πριν, ίσως και περισσότερο. Γιατί όταν ένιωσα να σηκώνομαι και να φεύγω από κει μέσα, όταν οι πύλες άνοιξαν και με καλωσόρισαν μυριάδες αρχαίοι φύλακες, όταν συνειδητοποίησα επιτέλους τί μου είχε συμβεί, τότε κατάλαβα πως αυτό που με περίμενε στην Ξιμπάλμπα, τον Τόπο των Φόβων, ήταν χίλιες φορές χειρότερο από αυτό που είχα ζήσει.
Γιατί οι θεοί της υπήρχαν. Και εγώ τους είχα προδώσει. Γιατί εκείνοι δεν μου το συγχώρεσαν ποτέ. Και ο Έβδομος Θάνατος, ο αρχαίος θεός Βουκούμπ Καμέ, κρατούσε την ψυχή μου φυλακισμένη, ανάμεσα στα τέσσερα μυτερά του δάχτυλα, έτοιμος να την συνθλίψει αν ποτέ το ήθελε.
Επέστρεψα πάλι πίσω, εδώ, στην αγαπημένη Ταμοανχάν, την Γη της Βροχής και κάθε βράδυ, όχι σαν ζωντανός πλέον, αλλά ούτε και σαν νεκρός, μα με την μνήμη μου πάντα παρούσα να με ταλαιπωρεί και την ψυχή μου χαμένη σε κραταιά, σκοτεινά, υποχθόνια βασίλεια να με καλεί κραυγάζοντας να ενωθώ μαζί της, έρμαιο του δαιμονικού άρχοντα τώρα πια, προσφέρω στους αιμοβόρους παλαιούς αυτό που έχουν ανάγκη, από τότε που κάποιος τρελά ερωτευμένος, θανατηφόρα αφελής, θανάσιμα άπιστος, τους ξύπνησε και τους έφερε πάλι πίσω.
Τους προσφέρω σάρκα και αίμα. Και έτσι, οι θολοί θεοί της Ξιμπάλμπα με τις γκρίζες νεκροκεφαλές και τις τεράστιες γλώσσες που κρέμονται βαριά έξω από τα στόματά τους, δεν θα φύγουν ποτέ από εδώ.
Ούτε κι εγώ.


Ξιμπάλμπα : όρος που μεταφράζεται ως Τόπος του Φόβου κάι ήταν στην ουσία το όνομα του Κάτω Κόσμου κατά την μυθολογία των Μάγια.
Xibalba: term which translated as "place of fear". It was the name of the underworld in Maya mythology.


© 2011 Κωνσταντίνα Λαψάτη



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

SEARCH FORM

Constance Lapsati - Author