Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δεσποτάκης της Δαμητρός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δεσποτάκης της Δαμητρός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

25.11.13

Και Εγέννησεν Ποίησιν


Αν ο λυρικός Λόγος είχε όνομα, τότε σίγουρα αυτό θα ήταν το όνομα του Δεσποτάκη της Δαμητρός.



Ο Δεσποτάκης της Δαμητρός... ο Δημήτρης...
η Ελληνίδα εκείνη Φωνή που σμιλεύει τις λέξεις και τις ντύνει με χρώματα, 
συνεπαίρνοντας, 
ενθουσιάζοντας, 
ταξιδεύοντας, 
με τρόπο εξαίσια λυρικό, 
αδιαφισβήτητα μοναδικό.



Φιλόπονος μύστης ο Δημήτρης,
πνευματικά Ελεύθερος.
Ασυνήθιστος Ποιητής, ασυμβίβαστος,
δεν αντιγράφει και δεν αντιγράφεται,
δεν ακολουθεί νόρμες,
δεν επηρεάζεται και παραμένει γνήσιος,
με δικό του αυθύπαρκτο ύφος,

με Ψυχή 
που ναι μεν επιδιώκει την απλοϊκότητα της ζωής μα παράλληλα αυτή η απλοϊκότητα 
υποτάσσεται στα πλούσια βαθύτερα νοήματα 
που κρύβει ο ανυπότακτος Λόγος του.

Έναν λόγο που θα αποκαλούσα ακτινοβόλο, 
αφ' ενός επειδή φωτίζει την ένδεια της εποχής μας, 
αφ' ετέρου γιατί μας προκαλεί να αναζητήσουμε και να κατανοήσουμε
και εκ τρίτου επειδή ο λόγος του πολλές φορές μυρίζει βουνίσιο αέρα και θαλασσινή αρμύρα 
και κάποιες άλλες,
μεζέδες και ουζάκι κάπου εκεί δίπλα που σκάει το κύμα. 
Η αρμονία των λέξεων 
που ο Δημήτρης εφευρίσκει,

εκφράζει πρωτότυπα την πλούσια σε ήθος μεσογειακή ιδιοσυγκρασία που τον διακρίνει.
Μέσα από την ζωντάνια του λόγου του συλλαμβάνει λυρικά και με μοναδική ενόραση
έννοιες όπως Έρωτας, 
Άνεμος, 
Θάλασσα, 
Ελευθερία, 
καθιστώντας τον παράλληλακαι 
έναν ποιητικό φύλακα του Λόγου 
που προασπίζει, διαφυλάττει και διασώζει την πολιτισμική μας κληρονομιά,

την Γραφή και το Αλφάβητο,

την Ιστορία και την Προϊστορία.



Κι όλα αυτά, μέσα από την Έμπνευση,
την Μούσα εκείνη 
που σιωπηλά κάθεται μαζί του
και του προσφέρει απλόχερα την εύνοιά της.


Κάτι άλλο που πιθανόν να έχετε παρατηρήσει, και το οποίο θεωρώ ως σημείο ορόσημο που τον ξεχωρίζει, είναι πως ο Δημήτρης δεν θα υμνήσει ποτέ την αγάπη. 
Γράφει για τον Έρωτα,

τον ακατοίκητο Έρωτα κατ' εμέ,

τον αυτόχθονα και τον γηγενή κατά τον Λιαντίνη,

τον Πρώτιστο των θεών του Αριστοτέλους,

τον Διφυή που κρατεί τα κλειδιά των πάντων, κατά τους Ορφικούς.


Ο Έρως, ο έλκων, ο κινούν,
το Σύμπαν εκείνο όπου η έλξη είναι η κίνηση που οδηγεί προς την γένεση και την γέννηση

ενός ποιήματος, ώστε αυτή η κοσμική ροή 
να τον εμπνεύσει και να γράψει 
για το αφροσκέπαστο κύμα, 
για μία χρυσή ακρογιαλιά,
για μία Ελληνίδα Μάνα που ήρωες γεννάει.
Να γράψει για την Σελάνα
και για τις λίμνες των Νυμφών,
για την μικρή του Αυγή
και τον Μικρό Αυτοκράτορα,
για τα βήματα του Ελύτη,
για μία άνοιξη του Μάη,
για την Μάχη της Σοφίας,
για τον άνθρωπο,
να γράψει για την Αρμονία του Σύμπαντος,
να γράψει για ολάκερο τον κόσμο της δική του Ψυχής.




Δίκαια λοιπόν θα πω πως 
αν ο τίτλος του Homo Universalis, 
του Οικουμενικού Ανθρώπου,
ήταν να δοθεί 
σε ένα δημιουργό για το έργο του,
τότε είμαι βέβαιη πως αυτόν τον τίτλο 
- με την δύναμη της πένας του - 
τον έχει κάνει ήδη δικό του ο Δημήτρης.




Δεν θα πω περισσότερα. 
Ο Δημήτρης έχει αποδείξει πως είναι 
Φως στο σκοτάδι των καιρών μας.

Δίπλα στην παρακαταθήκη του
Αλεξανδρινού Καβάφη
του Δελφικού Σικελιανού

του Ιαμβικού Παλαμά

του νεοκλασικιστή Κάλβου

του σατιρικού Σούτσου

στέκεται επάξια και ισάξια 
το έργο του Δεσποτάκη της Δαμητρός

στο οποίο κανένας 
από τους παραπάνω προσδιορισμούς

δεν δύναται να σταθεί δίπλα στο όνομά του,

εκτός από μία μοναχά λέξη που περικλείει όλα τα παραπάνω και αγκαλιάζει όλα τα ανείπωτα υπόλοιπα :




Η λέξη εκείνη δεν είναι άλλη από την λέξη Έλλην.



Δεσποτάκης της Δαμητρός 
Έλλην







Πατώντας εδώ
μετεφέρεστε στο προσωπικό ιστολόγιο
του Δεσποτάκης της Δαμητρός 


Με τιμή, 
αναρτώ ξανά το ποίημα που εμπνεύστηκε
για ένα Μικρό Μικρανέμι ...
Σε ευχαριστώ ...


Ἕνα Μικρὸν Μικρανέμι


Μέσα εἰς τῶν ἀνέμων τὴν παραζάλην,
γεμᾶτον νιότης ζωήν, μικρὸν μικρανέμι ἐχάθη,
κάπου εἰς τοῦ Δημοσάρη τὴν γῆς,
σὲ δυό τὴν Ὄχη ποὺ ἔκοψε.
Μαγεμένον, τὴν φρεσκάδαν του ἅπλωνε,
σὲ μονοπάτι ποὺ ᾿χε γάργαρες πηγές,
σὲ λίμνες ἀπὸ νεράιδες ζωγραφισμένες γαλαζοπράσινες
κι ἄφηνε τὰ κελαηδίσματα,
χάδι νὰ εἶναι μακρόσυρτον εἰς τὴν ἀγκαλιάν του.
Ἤξερε ἀπάνω πὼς εἶναι σ’ ἀψηλὲς κορφάδες,
ἀγριεμένοι, ἄνεμοι γηραιοὶ πὼς τὸν ἀναζητοῦν.
Μὰ λεύτερον τὸ μικρανέμι,
σὲ πρωινὸν καστανόλογγον εὐωδιαστόν ἐτρύπωσε,
μὲ παιδικὴν ὁρμὴν
καὶ μέσα του εἶδε, κόσμοι ἦταν, ἀλλόκοσμοι.
Δρύοπες τῶν δασῶν, Λέλεγες τῶν λιμνῶν,
ἀπὸ καστανιὲς πίσω ξεπρόβαλαν,
ῥωτῶντας γιὰ τὸν Δράκον, γιὰ τὸν Κύνα…
ἄχ…
μονάχον ἤθελε,
εἰς τὴν ἄγριαν βροχοστόλιστον Ὄχη νὰ ζήσῃ.

Ἔπλεε τὸ μικρανέμι,
σὲ γεννημένες σκιὲς ἀπὸ βράχους σεμνούς,
ἀπάνω χόρευε εἰς τὶς ῥεματιὲς μὲ πουλιά, πασχαλιὲς καὶ πεταλοῦδες
κι ὁποὺ πατοῦσε ἄκουες σιγανά…
Βαθύρεμα…Πλύστρα…Πλατανίτσες…
Ῥηγιάς… Ἀρχάμπολη…
Χοροπηδοῦσε καὶ γέλαε,
μιᾶς εἰς τὰ Στῦρα, εἰς τὸ Μαρμάρι καὶ εἰς τὴν Κάρυστον μιᾶς.
Κι ἔπειτας μὲ φούριαν τὸ μικρανέμι,
μέσα περνοῦσε ἀπὸ αὐλές λευκές, ἀσβεστωμένες,
μ’ ἀνθισμένους ἰβίσκους, γιομᾶτες ῥοδιὲς καὶ γλυκὰ φραγκόσυκα.
Σὲ δροσερὰ μέσα τρύπωνε σπηλιώματα
κι ὕστερις πετοῦσε ἀψηλά,
βαστῶντας γερὰ τὶς κελαηδιὲς τῆς ἄγριας καρδερινιώς,
τοῦ φλώρου, τοῦ λούγαρου, τοῦ ἀηδονιοῦ…,
σκορπῶντας τὴν χάριν του,
εἰς τῖς ἀνθισμένες τῆς Ὄχης πλαγιές.

 Κι ἔτσι πλανεμένον, μὲ γαληνεμένον πετοῦσε νοῦν,
ἀπὸ τὴν Εὐβοϊκὴν νησιώτικην Γῆν ἀπάνω·
καὶ τότε εὐρέθη ὀμπρὸς τὸ μικρανέμι,
ὀμπρὸς σὲ θρῦλον, μῦθον καὶ Θεούς.
Ἐσφύριζε ἡ ὁρμή, ἡ νιότης του,
καθὼς εἰς τοὺς χρόνους τριγύριζε τοῦ Δρακόσπιτου·
κι ἦταν ὁ ἥλιος παντοῦ νὰ τὸ προσέχῃ.
Θὰ ᾿ταν καταμεσήμερον
κι ὁλοῦθε ἀχνιὰ ἀπ’ τὴν δροσιάν του
καὶ κουρασμένον πιὰς αὐτό,
ἐστάθη εἰς τὸ πάτημα καὶ μοίρασε γύρω σιγήν,
δίπλα ἀπὸ τὴν κεφαλὴν τῆς Ὄχης.
Καθὼς τὸ λιοπύρι τὸ ἔλουζε,
ὕμνους ἄκουσε μακρόσυρτους, μακρόθεν·
ἀνακάτωσε τὶς γύρω φυλλωσιές,
ἐδρόσισε τοὺς Δρύοπες τῶν Παλαιῶν Λόγων,
τοὺς Λέλεγες ἐδρόσισε φύλακες τῶν γύρω ὅλων.
Καὶ πρὶν ἀνάμεσα χαθεῖ σὲ πρωτόκαρπες καστανιὲς
καὶ σὲ μυστικὰ τοῦ ὅρους βυθισθῇ νερά,
πῆρε τὴν εὐλογίαν εἰς τὸ Δρακόσπιτον ποὺ ἐζοῦσε
κι ἔστειλε τὰ πουλιὰ σὲ πλαγιὲς νὰ τὴν τραγουδήσουν.
Κι ὅλη ἦταν ἡ Ὄχη μ’ ἀνατριχίλα,
καθὼς ψιθύριζε πετῶντας πιὰς τὸ μικρανέμι,

Ὦ, Ἧρα Τελεία…
Ὦ, Ἧρα Τελεία…
Ὦ, Ἧρα Τελεία…

ΥΓ: « Ἀφιερωμένον εἰς τὸ Μικρανέμι,
ὁποὺ κυρίαρχος νὰ γίνῃ Ἄνεμος,
εὔχομαι! »

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
3-10-2012

13.11.13

Γράμμα Στην Αλεξάνδρεια





Ιδιότροπη ερωμένη μου, Εσύ,

Αλεξάνδρεια, 

[Πάντα η Αλεξάνδρεια είναι] 1 

Ομφάλιε Λώρε που ενώνεις το τώρα και το χθες, 
ήρθα κοντά σου όταν στο όνειρο βυθίστηκα.

Κύμα επτάκρυφο, ατόφιο αλεξανδρινό με έφερε σε σένα 
και ήξερα πως το ταξίδι αυτό γινόταν για εκείνη την Αλεξάνδρεια, 
του τότε και των αναμνήσεων, 
των θρύλων και των μύθων, 
του πόνου και της νοσταλγίας, 
του Έρωτα που γνώρισα σε κάμαρη ντυμένη με δαντέλα.

Ω Αλεξάνδρεια, Κλέωνα με καλούσαν, όμως

[Εδώ δεν είμαι ο Κλέων που ακούσθηκα 


στην Αλεξάνδρεια (όπου δύσκολα ξιπάζονται) 


για τα λαμπρά μου σπίτια, για τους κήπους] 2 

δεν ήμουν μονάχα ο Κλέων, γιατί ήμουν εκείνος, ναι μα και ο Ιγνάτιος μαζί, ένας Τιμόλαος, ένας Αλέξανδρος και ένας Μύρης. Ολάκερη Εσύ κρυβόσουν μέσα μου.

Ήρθα σαν γέρος,

[Ξέρει που γέρασε πολύ, το νοιώθει, το κυττάζει] 3

μία γνήσια ελληνίζουσα γέρικη μορφή, ένας κολοσσιαίος Σέραπης με ύψος κραταιό και πλούσια, πυκνή γενειάδα, με βλέμμα φωτοφόρο, ζωντανό, με πύρωμα εκεί που λεν πως κατοικεί η Ψυχή. Με είδα λοιπόν να φτάνω στο λιμάνι σου και μόλις το χώμα σου ένα έγινε με την δική μου σάρκα, δεν ήμουν γέρος πια. Ήμουν μεστό καλοκαίρι, παλικάρι που δεν είχε κλείσει καν τα είκοσι.


Ποθητή Αλεξάνδρεια με τα αρωματισμένα σου μελτέμια,

με κάλεσες κι ήρθα και χάθηκα στους λαβύρινθους που ευλαβικά κρατάς στον κόρφο σου, ήρθα με πόδια που δεν γνώρισαν την κούραση, εκτός από εκείνη την γλυκιά της τρεχάλας για το αντάμωμα ενός κοριτσίστικου χαμόγελου κι ενός λευκού, λινού φορέματος.

[Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες


εκείνων που πεθάναν ή εκείνων που είναι


για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους


κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε] 4

Τότε, την φίλησα και μύρισα εσένα, Αλεξάνδρεια,

τώρα, φιλώ εσένα και μυρίζεις Έρωτα.

Τότε, την άγγιξα κι απ' το άγουρο κορμί της αναδύθηκες εσύ, Αλεξάνδρεια,

τώρα, αγγίζω εσένα και αναδύεις τον Έρωτα.


Πλανεύτρα Αλεξάνδρεια,

λάβρο ξεχύθηκε του νόστου το ψιθύρισμα από τον γαλακτόχρωμο λαιμό σου και μ' έφερες απόψε να πατήσω τα χρυσοποίκιλα βασίλειά σου, να ξαναγίνω Έρωτας. Μονάχα ένας δρόμος πια απέμεινε, να πιω, να πιω, να ζαλιστώ.

[Κ' ΄ήπια από δυνατά κρασιά, καθώς


που πίνουν οι ανδρείοι της ηδονής] 5

Και ήπια λοιπόν και μέθυσα και τώρα, Αλεξάνδρεια του Μύθου,

μπρος μου ξεγυμνώσου και γίνου σκόνη και χώμα, επάνω σου να κυλιστώ και να ενώσω τον αρσενικό ιδρώτα μου με την θηλυκή ευφορία σου. Πάρε με στην τρυφηλή σου αγκαλιά, γιατί είναι αδύνατο να ξεχάσω την σεβαστή μορφή σου, Αλεξάνδρεια, τους δρόμους, τα σπίτια, τα λιμάνια σου, την ηδονή που μου 'δωσες καθώς κοιτούσα τις δυό αρμυροφιλημένες θάλασσές σου. Αναμνήσεις κλεισμένες σαν σε πολυταξιδεμένο κεχριμπάρι.


Διπλά πολύτιμη Αλεξάνδρεια, σκληρή και λεπτεπίλεπτη συνάμα,

ένα ονείρεμα ήσουν για μένα, ένα ονείρεμα πάνω σε γέρικο, ανήμπορο κρεβάτι.

Πικρή στην σκέψη η αποχώρηση, μα στην καρδιά γλυκιά η επιστροφή. 

[Αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που φεύγει] 6

Το ξέρω πια. Θα επιστρέψεις 

[επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα


όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται ...] 7

θα επιστρέψεις για να αναπνεύσω και πάλι στο όνειρο τον αιθέριο αέρα σου και να ακούσω την πανάρχαιη μουσική που παίζεις για να νανουρίσεις ολόκληρο τον κόσμο. Διάχυτη η νοσταλγία μου για σένα, Αλεξάνδρεια, μα όρκο σου κάνω πως ήσουν πάντα στο μυαλό μου κι ας ξημερώνονται δεκάδες χρόνια οι ανατολές μου μακριά σου. Ήσουν πάντα στην ψυχή μου Αλεξάνδρεια, μα θέλει τόλμη το ονείρεμα.

Ξυπνώ σε κρεβάτι ανάστατο. Τα μάτια κοιτάζουν τριγύρω. Χαμένα κάπως, μα

[Την κάμαρην αυτή, πόσο καλά την ξέρω] 8

η στιγμή μου φεύγει και δεν θέλω να την χάσω, η στιγμή μου φεύγει και δεν πρέπει, είναι στιγμή που μέσα της χώρεσαν εξήντα χρόνια προσμονής, είναι η στιγμή μου.

Ένα ονείρεμα ήσουν για μένα Αλεξάνδρεια, ένα ονείρεμα πάνω σε γέρικο, ανήμπορο κρεβάτι, με πόδια ακούνητα, νεκρά που μέσα τους έσπειρες και πάλι την ικμάδα κι αυτά, κατάφεραν να τρέξουν ώστε να αντικρίσω ένα ευτυχισμένο χαμόγελο, να ξεδιψάσω από τα κοριτσίστικα τα χείλη, να χαϊδέψω τα όχι απ' την ντροπή κόκκινα, τρυφερά δύο μάγουλα και να αφήσω το κορμί ορφανεμένο απ' το λευκό, λινό φουστάνι.

Το ρολόι στον τοίχο σημαίνει μεσάνυχτα. Τριάντα γυρίσματα ακόμη ενός λεπτοδείκτη.

[Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα;


Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια;] 9

Πήρα το χαρτί και τον άνθρακα κι οι λέξεις γινήκαν εικόνες.

Σε ευχαριστώ, ονειρεμένη Αλεξάνδρεια.

Μ' έκανες Έρωτα και παθιασμένα σεργιάνισα στους σκονισμένους δρόμους σου. 
Μ' έκανες Έρωτα και Έζησα.

Η ώρα πέρασε. Τα χρόνια πέρασαν. Η στιγμή επιμένει. 
Ένα ποτήρι ευωδιάζει βασιλικό. 
Μειδίαμα σοφό χαρίζω στα κλωνάρια και τώρα ξέρω κάτι παραπάνω.

Στεφάνι εύοσμο θα σου περάσω στα μαλλιά, γλυκιά, αγαπημένη Αλεξάνδρεια.
Να 'ναι λιγότερο πικρές οι ώρες που περνώ μακριά σου, να 'ναι ολόγλυκα σαν νέκταρ τα βραδυνά μου ονείρατα.

Στεφάνι εύοσμο θα σου περάσω στα μαλλιά, γλυκιά, πολυαγαπημένη Αλεξάνδρεια ...

K. 



1]ΦΥΓΑΔΕΣ – 1914

2]ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΤΑΦΟΣ – 1917

3]ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ – 1897

4]ΦΩΝΕΣ – 1904

5]ΕΠΗΓΑ – 1913

6]ΑΠΟΛΕΙΠΕΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΝ – 1911

7]ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ – 1912

8]Ο ΗΛΙΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ – 1919

9]ΑΠ' ΤΕΣ ΕΝΝΙΑ – 1918

Το «Γράμμα στην Αλεξάνδρεια»

Αφιερώνεται
στον Αλεξανδρινό Ποιητή

 Δεσποτάκη της Δαμητρός
που έδωσε Φωνή στην Έμπνευσή μου

εκείνο το ηλιόλουστο μεσημέρι του Οκτωβρίου.
Σε Ευχαριστώ ...
Ποτέ μην ξεχνάς : η Τιμή είναι δική μου.



16.6.13

Καβοντορίτικο Φεγγάρι


Ἐγὼ ἤθελα νὰ ζῶ μὲ τὸν ἡέλιον μόνον.
Πίσω ἀπὸ φυλλώματα πυκνὰ μὲ πράσινον…
μὲ κρύσταλλον σχηματισμένα,
νὰ χάνομαι ἀπ’ τὰ μάτια του.

Τὴν εὐλογίαν του νὰ ὁρῶ πὼς καθρεπτίζεται,
εἰς τὶς δροσιὲς ποὺ ὅλον τρέχουν,
πότες σὲ πανώρια δένδρια κουσέλια νὰ μολογήσουν,
πότες σ’ ἀνθιὰ χιλιόχρωμα,
ῥιζωμένα σὲ καλλιμάρμαρα ξεχασμένα.

Γυμνὰ νὰ ζοῦν τὰ πόδια μου εἰς τὴν γῆς
κι ὅλες οἱ μυρωδιές της,
ἀνάσα κι ἔρωτάς μου…
νὰ ᾿ναι ἡ ἰσκιάδα θηλυκόν,
ποὺ ὕστερις σούρουπον παντοῦ ν’ ἁπλώνῃ…

Τότες ἐγὼ ἤθελα νὰ ζῶ εἰς τὸ ἰδικόν σου φῶς,
ἔρωτα τοῦ ἡελίου.
Ὦ, καβοντορίτικον φεγγάρι ζηλευτόν,
μέσα σὲ εἶδα ἀπ’ ἀφροὺς νὰ ξεπροβάλῃς
καὶ νὰ ᾿σαι εὐλογημένον ἀπ’ ἁγνὴν γραφήν,
ὦ, σελήνη καβοντόρικη,
ποὺ ᾿χεις τὸν ἥλιον ἐραστήν.


{πατώντας τον σύνδεσμο, 
μεταφέρεστε στο προσωπικό ιστολόγιο 
του Δεσποτάκη της Δαμητρός
και στο ποίημα
«Καβοντορίτικον Φεγγάρι»}

Cavo D' Oro
Photo by Lily Cash

ΜΙΑ ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ
ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΒΟ ΝΤΟΡΟ ή ΑΚΡΩΤΗΡΙ ΚΑΦΗΡΕΑΣ
Σαν Καφηρέας αναφέρεται στην Χάρτα της Ελλάδος του Ρήγα Φεραίου, ενώ Cavo D' Oro ήταν η ονομασία που του έδωσαν Ιταλοί ναυτικοί κατά τον 14ο και 15ο αιώνα.


ΤΟ ΑΚΡΩΤΗΡΙ ΤΩΝ ΝΑΥΑΓΙΩΝ
Ο Αίαντας, ο βασιλέας της Κολχίδος, ναυάγησε στην περιοχή του Καφηρέως κατά την επιστροφή του από την Τροία, ενώ βυθίστηκαν όλα τα πλοία του.
Σύμφωνα με την Επιτομή του Απολλόδωρου [vi.7] στον Καφηρέα ναυάγησε επίσης ο στόλος των Ελλήνων επειδή ο βασιλιάς του Ναυπλίου, θέλοντας να εκδικηθεί τον θάνατο του γυιού του Παλαμήδη, άναψε φωτιές στα γύρω βράχια, ώστε οι Έλληνες να υποθέσουν ότι πλησιάζουν στην ακτή.
Κατά την ναυμαχία του Αρτεμισίου, τα πλοία των Περσών που επιθυμούσαν να περικυκλώσουν εκείνα των Ελλήνων, ναυάγησαν και βυθίστηκαν εξαιτίας καταιγίδας που ξέσπασε στην περιοχή [Ηρόδοτος Ιστορίαι - Ουρανία].
Ένα ακόμη διάσημο ναυάγιο ήταν εκείνο του Δίωνος του Χρυσόστομου [vii7] & [ΑΡΧΕΙΟ ΕΥΒΟΪΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ, ΤΟΜΟΣ Θ] που το 100 μ.Χ. ναυάγησε στα Κοίλα.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΙΚΙΣΜΟΥΣ
 ΠΕΡΙΞ ΤΟΥ ΑΚΡΩΤΗΡΙΟΥ
Σημαντικότεροι οικισμοί ήταν η Αρχάμπολη, πόλη-μεταλλείο που ήκμασε τον 8ο αιώνα π.Χ. και εγκαταλείφθηκε κατά την Ρωμαϊκή Εποχή και η Γεραιστός, ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της περιοχής, που προσέφερε καταφύγιο στα πλοία που διέπλεαν τον Καφηρέα εν μέσω δυνατών ανέμων, ενώ παράλληλα ήταν γνωστή και για το ιερό του Γεραιστίου Ποσειδώνος στον οποίο και θυσίαζαν οι ναυτικοί για να έχουν ασφαλές ταξίδι στην, συνήθως τρικυμιώδη, θάλασσα του Καφηρέως. 

 ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ, ΕΝΕΤΟΙ, ΦΡΑΓΚΟΙ, 
ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙ, ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ
Στα Βυζαντινά χρόνια και κατά τον 13ο αιώνα αποτελεί την έδρα του Καρυστινού ιππότη Λικάριου που με την βοήθεια του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου, κατάφερε να επιβιβάσει φρουρά για την προστασία της περιοχής.
Μετά την 4η Σταυροφορία οι Ενετοί δημιούργησαν μία ζώνη ασφαλείας στην Νότια Εύβοια, ενώ άρχισαν να κτίζονται νέα χωριά, όπως ο Πλατανιστός [στην θέση Ελληνικό σώζεται το πανάρχαιο φρούριο των Ανεμοπυλών που έγινε ορμητήριο του Λικάριου], το Κόμητο και το Καψούρι, το οποίο όμως δεινοπάθησε από τις επιδρομές των Ενετών μα και των Τούρκων κι έτσι οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να φύγουν και να εγκαταστήσουν το χωριό στην θέση που βρίσκεται και σήμερα.
Η Κωνσταντινούπολη έπεσε την 29η Μαΐου 1453 και οι Τούρκοι κατάφεραν να καταλάβουν την Εύβοια το 1470. Από εκεί και ύστερα, αρχίζουν να κτίζονται άλλα χωριά, όπως η Πρινιά [από Έλληνες της Μικράς Ασίας που κατέφυγαν τον 15ο αιώνα στον Κάβο Ντόρο] και το Δράμεσι [Ευαγγελισμός] κοντά στο οποίο έγινε η ναυμαχία της Άνδρου μεταξύ του Ελληνορωσσικού στόλου του Λάμπρου Κατσώνη και του τουρκικού το 1790.
Η περίφημη ναυμαχία του Καφηρέως έγινε στις 20 Μαΐου του 1825 όπου οι ναύαρχοι του Ελληνικού στόλου, Γεώργιος Ανδρούτσος, Γεώργιος Σαχτούρης και Απόστολος Νικολής έτρεψαν σε φυγή τον τουρκικό στόλο στην περιοχή της Γεραιστού [σημερινό Καστρί].
Οι Τούρκοι αποχώρησαν σταδιακά από την Εύβοια το 1832, ενώ η πόλη της Καρύστου παραδόθηκε στους κατοίκους την 9η του μηνός Απριλίου του 1833 [στην αποτυχημένη πολιορκία της Καρύστου τον Μάρτιο του 1826 με τον Γάλλο συνταγματάρχη Φαβιέρο πολέμησε και ο πρόγονός μου Λαψάτης Νικόλαος. Δεν γνωρίζω έαν έπεσε στην μάχη].
Κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου οι Γερμανοί δεν πάτησαν ποτέ την κατακτητική μπότα τους στον Κάβο Ντόρο.

ΠΗΓΕΣ


SEARCH FORM

Constance Lapsati - Author