Ο πρωτόγονος άνδρας προσφέροντας το
πρώτο λουλούδι στην αγαπημένη του υπερέβη το βάρβαρο. Και μπήκε στον κόσμο της τέχνης.
Η τέχνη του να υπάρχεις στον κόσμο διαφύλαξε το “Σπουδαστήριο της Αιώνιας
Άνοιξης”, τα “Ευοίωνα Σύννεφα που στηρίζουν τη Γη”, το “Δωμάτιο των Ευωδιαστών
Ορχιδέων”, την “Αίθουσα των Απολαύσεων του Καλού”, το “Περίπτερο του Κίτρινου
Γερανιού”, το δαμασκηνό μετάξι, το θεατρικό έργο “Πέρασμα Nanyang”, το τσάι, το ανθοδοχείο, τα
φτερά του παγωνιού, τον θρόνο από κόκκινο σανταλόξυλο, την ποίηση, την σφραγίδα.
Διαφύλαξε και το ρητό του Κομφούκιου αποτυπωμένο με κινέζικη καλλιγραφία από τον ίδιο τον
αυτοκράτορα:
«το να συναναστρέφεσαι ανθρώπους με
ευγενή χαρακτηριστικά, είναι σα να μπαίνεις σε ένα δωμάτιο γεμάτο ευωδιαστές
ορχιδέες. Μετά από λίγο δεν μυρίζεις το άρωμα, επειδή έχεις γίνει πλέον μέρος
του».
Αντικρίζοντας την τέχνη της ζωής του αυτοκράτορα της Κίνας Τσιανλόγκ στην
έκθεση του Μουσείου Ακρόπολης (Από την απαγορευμένη πόλη: Αυτοκρατορικά
διαμερίσματα του Qianlong) συνειδητοποίησα μία αλήθεια, αυστηρά προσωπική: Οι άνθρωποι συνηθίζουν να αποκαλύπτουν τους εαυτούς τους μόνο στα μικρά πράγματα. Οι
Κοιμώμενοι Δράκοι όμως, αποκαλύπτουν το μεγαλείο τους ΑΚΟΜΗ και στα μικρά
πράγματα. Ιππεύουν τον άνεμο, επειδή
γνωρίζουν ότι είναι οι ίδιοι άνεμος. Και έχουν κάνει Τέχνη το να υπάρχουν στον
κόσμο, ακόμη κι όταν έχουν φύγει απ' αυτόν.
Βαδίζοντας μία προς μία τις αίθουσες, μύρισα το αέρινο άρωμα ανθισμένων
λουλουδιών της ανατολής, που πλανιόταν ερωτικά
στην ατμόσφαιρα. Δεν επιτρεπόταν να γίνει διαφορετικά. Τέτοια κόκκινη σκοτεινιά, τόσος χρυσός
και νεφρίτης, χρειαζόταν μία και μόνο νότα λεπτού αρώματος για να ισορροπήσει
τις αισθήσεις.
Ώστε φεύγοντας, να θυμηθώ τα λόγια εκείνα: «έτσι παρέρχεται η
δόξα του κόσμου».
Ναύπλιο. 23 Ιουνίου 2018. Δύο ημέρες μετά το θερινό ηλιοστάσιο και θαρρείς πως η ιστορία κάνει στάση κι αυτή στα ωχροχτισμένα τειχιά και τις ματωμένες ντάπιες, τα στενά καλντερίμια, τα λαγούμια, τις στέρνες. Ο Λέοντας Σγουρός αρχόντεψε στο Ναύπλιο προτού κάνει έφιππος το πήδημα του θανάτου από τον Ακροκόρινθο. Από την άλλη, ο ανάγλυφος φτερωτός Λέοντας της Βενετίας δεσπόζει ακόμα, σύμβολο δύναμης και εξουσίας. Το ρολόι δείχνει 5:35 το απόγευμα. Περίμενα να έχει κολλήσει η ροή του χρόνου την ώρα που το αίμα στέριωνε τα θεμέλια πάνω στα οποία στηρίχτηκαν τα όνειρα του σκλαβωμένου λαού μα και τα όνειρα των κατακτητών του.
Αντικρίζοντας την Παλιά Βουλή του 1825, αυθόρμητα σκέφτηκα τον Θεό. Και πως οι άνθρωποι που 'χτισαν τούτο το οίκημα, θέλησαν να προσφέρουν λίγη από την ευλογία των ουρανών στις ελπίδες τους.Ένα τετράγωνο και πάνω του να στηρίζεται ο τρούλος της πίστης για την ελευθερία. Πρώτα τζαμί, έπειτα Βουλευτικό, αργότερα φυλακή, ύστερα σχολείο, τώρα Πινακοθήκη.
Όλα μπερδεμένα πάνω σε αυτό το κτίσμα, η ελευθερία να κονταροχτυπιέται με τη σκλαβιά, η παιδεία να γεννά την τέχνη, όλα τόσο μπερδεμένα.
Ακριβώς απέναντι βρίσκεται το Αρχαιολογικό Μουσείο. Το Ενετικό κτίριο του βενετσιάνου Αυγουστίνου Σαγρέδου που μέσα του κρατάει στοργικά το Φράχθι, την Τίρυνθα, την Ασίνη, τη Μιδέα, τα Δενδρά, την Καζάρμα. Ονόματα που κάποιοι θα έχουν ακούσει, μα λίγοι είναι εκείνοι που καταλαβαίνουν την ιστορία που αυτά κουβαλούν.
Έξω, κάπου εκεί στον τοίχο του, ένα πέτρινο προσωπείο, ένα ολοστρόγγυλο Όμικρον το στόμα του, ένα Ιταλικό Bocca della Verita που μοιάζει να ταξίδεψε κατ ευθείαν από τη Ρώμη για να έρθει ως εδώ και να εντοιχιστεί τόσο μα τόσο παράξενα. Αντί να δαγκώνει το χέρι, το ποτίζει,
αφού αυτός ήταν ο προορισμός του: να δροσίζει τον περιπατητή. Ίσως και να τον συνετίζει. Αυτές οι τρεις ρυτίδες του μετώπου δείχνουν την σμιλευμένη σοφία και την κελαρυστή δροσιά που βγαίνει από το στόμα. Κάτι που εμείς οι σύγχρονοι Έλληνες έχουμε χάσει. Τώρα, τα στόματά μας δεν βγάζουν λόγους σωφροσύνης, μήτε δροσιά. Αστόχαστα λόγια ξερνάμε, αστόχαστες ζωές ζούμε, όλα ολόπικρα και καυτά, δίχως φρεσκάδα, δίχως κάλλος. Οι στόχοι των ανθρώπων που μέστωσαν πάνω στην πέτρα, έγιναν ο φραπές και το διαδίκτυο και το like του νεοέλληνα.
Τα φυτρωμένα τειχιά της Ακροναυπλίας δίνουν ζωή. Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Φράγκοι, Ενετοί, Οθωμανοί. Κι η Λασκαρίνα Πινότση και ο Νικήτας Σταματελόπουλος και ο Στάικος Σταϊκόπουλος και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Αναστάσιος Κουτρουμπής. Αν δεν είχε υπάρξει το αίμα, δεν θα υπήρχαν και τα δέντρα. Αν δεν υπήρχε η φυλακή των Βαυαρών του Όθωνα, δεν θα ανέπνεε το θνητό σώμα μου την ευωδία της καταιγίδας που λεπτό το λεπτό, με πλησιάζει εδώ, στην πλατεία Συντάγματος, κάτω από τον δυνατό πλάτανο. Αιμοβόρα θεά η ελευθερία και αισθάνομαι πως εδώ ακριβώς ενηλικιώθηκε και νοιώθω πως στα σήμερα, στα 2018, αυτή η ελευθερία, αδάμαστο θηρίο, έχει πέσει καταπάνω μας και πεινασμένη, κατατρώει όχι τις σάρκες μας, αλλά το πνεύμα μας.
Ναύπλιο. 23 Ιουνίου 2018. Δύο ημέρες μετά το θερινό ηλιοστάσιο και θαρρείς πως η ιστορία κάνει στάση. Μα όχι εγώ. Όχι εδώ. Εδώ κάνει στάση μόνο το σώμα.
Στ’ Ανάπλι
Αντώνης Αναπλιώτης
Στ’ Ανάπλι στό λιμάνι του Αργό τό πυροφάνι του Πέρα απ’ τό βάλτο μούγνεφε Κι’ ακόμη, λές, μού γνέφει. Σάν πάπια πλέχει η ξεγνοιασιά. Σάν κύμα σκάει τό κέφι…
Στ’ Ανάπλι στό λιμάνι του Πέντε - έξη - εφτά βαρκούλες Στ’ άσπρα ντυμένες ούλες Τόσο λευκή είν’ η ανάμνηση, Όσο κι’ αυτές λευκούλες.
Στ’ Ανάπλι στό λιμάνι του Αργό τό πυροφάνι του, Τή θάλασσα φωτίζει. Καί μιά ζωή πού πέρασε (Ανάθεμά την, γέρασε) Θυμίζει καί κοιμίζει…
Ο Αττικός ήλιος έσπερνε χαμόγελα στα πρόσωπα των ανθρώπων εκείνων που σπονδές ήρθαν στα αρχαία ετούτα πατήματα να προσφέρουν.
Σε ποιο θεό άραγε; Ποιος θεός διαφεντεύει τις ζωές τους;
Το πράσινο χρώμα αγκάλιαζε την πέτρα. Η ευωδιαστή αγγελική χάριζε το νέκταρ της στον τοίχο
και ο τοίχος έψελνε από την αγαλλίαση του τόπου.
Όμορφες στιγμές. Φορούσαν ευωδιά αρχαγγελική, ακόμη κι αν το μισογκρεμισμένο παράθυρο έγερνε προς το θάνατο.
Μισκόκλειστα τα παντζούρια,
στέγη φυτρωμένη, ξύλο σάπιο, χόρτο στο κεραμίδι. Αγκαλιά ζωής και θανάτου,
μια σφιχταγκαλιά που έκλεινε μέσα της τόσες ανείπωτες ιστορίες.
Ποιος θεός διαφεντεύει τη λαλιά του τόπου;
Ο Ήλιος ξάπλωνε στα αόρατα τώρα πια τειχιά του Διπύλου. Έδινε το τελευταίο φως στο ναό της Αθηνάς και του Ηφαίστου.
Στη Σκέψη και το Χέρι.
Την εργασία και τον κάματο
του μυαλού και του σώματος.
Ποιος θεός διαφεντεύει την ισορροπία;
Τύμπανα ηχούν και για μια στιγμή θαρρώ
πως πομπή θα δω
ιερή
να διαπερνά τον πέπλο. Οι άνθρωποι γύρω μου όμως δεν ακούν. Δεν ακούν τα τύμπανα, δεν ακούν τον άνεμο, την κραυγή του φύλλου που χτυπά στο χώμα, την κίνηση των γραναζιών του ήλιου, το ήρεμο τραγούδι της γάτας.
Οι άνθρωποι γύρω μου μιλάνε για χρήματα.
Κάποιοι κρύβουν στο βλέμμα γερό σκαρί,
άλλοι τρώγονται ήδη απ τα ποντίκια
και λίγοι βάζουν πλώρη μαγγελανική για άγνωστες θάλασσες που κρύβουν θαυμαστές στεριές.
Μετά από χρόνια αναμονής, το δεύτερο και τελευταίο βιβλίο της σειράς Έμπονυ Βάργκας
είναι εδώ.
Θαρρώ πως δεν χρειάζεται να γράψω περισσότερα
για αυτήν την ηρωίδα που αγαπήσαμε και μισήσαμε. Επίσης, θα ήταν ψέμα να πω ότι στενοχωρήθηκα που η ιστορία της Έμπονυ έλαβε τέλος. Αντίθετα, αυτό το τέλος σηματοδοτεί την αρχή για πιο όμορφα ταξίδια. Ωριμότερη καθώς είμαι με την πάροδο αυτών των πέντε ετών, οι προσανατολισμοί μου έχουν αλλάξει και ο καπετάνιος μέσα μου αναζητά καινούργιες στεριές, περισσότερο συναρπαστικές.
Ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα ενός κεφαλαίου
που παραμένει από τα αγαπημένα μου. Ίσως επειδή ο κύκλος έκλεισε και η Έμπονυ συνάντησε τελικά το πεπρωμένο της.
Απολαύστε το ...
Βυθισμένοι
μέσα σε ένα ατελές σύμπαν, ξέραμε πως ήταν εξοργιστικά τέλειο αυτό που ζούσαμε
και θα φτάναμε στο τέλος μαζί, πάντα μαζί.
Μακάριες
ωδές αντήχησαν μέσα στο σκοτεινό σπήλαιο, λες και είχε ξεσηκωθεί ολόκληρο το
σύμπαν μπροστά σε αυτήν την ερωτική χθόνια θεουργία, λες και ο ίδιος ο τραγοπόδαρος
Πάνας, κρυμμένος κάπου σε ένα ξεχασμένο μα αληθινό και καλά κρυμμένο από τα
μάτια των θνητών κόσμο, έπαιζε την μουσική του απαιτώντας από τα ενωμένα μας
κορμιά να χορέψουν κάτω από τον τραχύ ήχο της μελωδίας της ξύλινης φλογέρας
του, προσφέροντάς μας τον ύστατο φόρο τιμής.
Παιάνες και
υμέναιοι, διθύραμβοι και προσόδια, εγκώμια και ελεγείες, επικές μελοποιήσεις
βγαλμένες από τον άγριο ενθουσιασμό του δαιμονικού αυλού που παρέσερνε παθιασμένα
τις αισθήσεις μας και τις εναπόθετε έπειτα απαλά πάνω στις μαλακές χορδές της
αριστοκρατικής λύρας, όπου ο διαυγής, ατάραχος ήχος της διακριτικής της
ευγένειας ενωνόταν και πάλι με τον οξύ ήχο του διαπεραστικού αυλού, ξανά και
ξανά και ξανά, μεταμορφώνοντας τώρα πια το ίδιο μου το κορμί σε κρυστάλλινη
λύρα και το δικό του σε οργιαστικό αυλό, όπου ανυπόταχτα ενωμένα και τα δύο,
μετέτρεπαν τις υπάρξεις μας σε αληθινούς, μυστηριακούς βακχευτές, χρηστηριαζόμενοι
του κάλλους που μόνο ένας εκστατικά λυρικός έρωτας ήταν ικανός να αναδείξει.
Στα αυτιά μου παιάνιζε ακόμα ο Πάνας, μα ο ήχος μού φάνηκε σαν
θρήνος για το αναπόφευκτο τέλος που είχε σημαδέψει την ένωσή μας.
Σαν να διάβασε
την σκέψη μου και με φίλησε, ενώ το βλέμμα του υποσχόταν πολλά.
«Μόλις
άρχισε, δεν μπορεί να είναι αυτό το τέλος» είπε βραχνά. Με φίλησε και πάλι
σχεδόν με απόγνωση, δίνοντας άλλη μία μάχη, εξουθενωτική και επικίνδυνα διεισδυτική,
με μοναδικό σκοπό να με κάνει να ξεχάσω τον φόβο που μύριζε πάνω μου και τον
πανικό που γευόταν στο φιλί μου.
Με λάτρεψε χθόνια, έτσι ακριβώς όπως μου
είχε πει ότι θα κάνει, αφού άνοιξε το κορμί μου τόσες φορές που πλέον είχα
χάσει το μέτρημα, σαν να ήθελε απελπισμένα να επιστρέψει πίσω στην μήτρα εκείνη
που τον είχε γεννήσει, να κρυφτεί μέσα στο ζωτικό ύδωρ της και να μείνει αιώνια
εκεί, προστατευμένος μέσα σε μία γόνιμη, κυρίαρχη γη που ήταν ικανή να γεννήσει
μόνο τα άριστα των αρίστων.
Έδιωξε κάθε
αμφιβολία μου, κατακρήμνισε όλους τους ενδοιασμούς μου, με έκανε πράγματι να
τον παρακαλάω, να τον ικετεύω, να τον εκλιπαρώ να σταματήσει μια και οι αντοχές
μου είχαν αγγίξει πλέον τον κύκλο του αέναου μηδενός.
Δεν μου
έκανε το χατίρι, παρά συνέχισε να με εξουθενώνει, να με διαλύει, να με
ισοπεδώνει, να με καρφώνει με το σώμα του πάνω στο δροσερό έδαφος της σπηλιάς, έτοιμος
να χύσει το αίμα μου, έτοιμος να με θυσιάσει στο ιερό τέμενος του χθόνιου
Ποσειδώνα, την δύναμη του οποίου με κάποιο αλλοπρόσαλλο τρόπο φαινόταν να έχει
οικειοποιηθεί, αφού ένιωθα την γη να σείεται και να ταρακουνιέται από κάτω μου,
τον συριστικό άνεμο να περνάει από την είσοδο και να ανασηκώνει την σκόνη
εκατοντάδων αιώνων, θολώνοντας την όρασή μου, αλλοιώνοντας την γεύση μου και
αγκαλιάζοντας το σώμα μου με τα μικροσκοπικά μόριά της.
Το ιερό
άδυτο του θεού έτρεμε σαν και το κορμί μου, μα μήπως τελικά αυτό δεν ήταν το
κορμί μου; Το δικό του ιερό αχερόντειο άδυτο που θα παρέμενε εσαεί δικό του και
ο ίδιος ήταν και θα παρέμενε εσαεί ο μοναδικός ιεροφάντης που θα ιερουργούσε
πάνω μου στην αιωνιότητα. Τα βράχια έγιναν βουβοί μάρτυρες, η θάλασσα κατεύνασε τα κύματά της, υποκλινόμενη στον νόμο εκείνο που επέβαλλε σιωπηλό σεβασμό, ο ίδιος ο Ταινάριος Ποσειδώνας διέταξε τη φύση να σιγήσει.