29.12.11

Άψυχος - Μέρος Τρίτο



Περάσαμε μαζί μία ονειρική εβδομάδα, όπου όλα ήταν σχεδόν όπως πριν όταν εκείνη ζούσε ακόμα, προτού αυτές οι επτά μέρες ευδαιμονίας λήξουν και παραχωρήσουν την θέση τους στον εφιάλτη. Η αγαπημένη μου έπρεπε να τρέφεται, όπως τρεφόμουν κι εγώ με κάθε λογής εδέσματα που έβρισκα στο μικρό τοπικό εστιατόριο. Η δική της τροφή όμως, διέφερε από την δική μου, γιατί ταΐζοντας εκείνη, δεν τάιζα παρά τους αχόρταγους άρχοντες της Ξιμπάλμπα, που έχοντας ξυπνήσει από τον πολυετή, βαρύ, σκοτεινό τους ύπνο, επιζητούσαν όλο και περισσότερο και με ακόμα μεγαλύτερη λύσσα να πιουν το αίμα αθώων θυμάτων και να γευτούν τις σάρκες τους.
Το πρώτο θύμα ήταν ένα δεκαοκτάχρονο κορίτσι που ζούσε λίγο πιο πέρα από εμένα και ομολογώ πως η δολοφονία της δεν με σόκαρε καθόλου. Ήταν λες και πάντα περίμενα να βυθίσω το μαχαίρι μου σε έναν ανθρώπινο λαιμό, να τραβήξω την λάμα από άκρη σε άκρη, να νιώσω επάνω μου το ζεστό αίμα, να συγκρατήσω το κορμί με όση δύναμη διέθετα ώστε αυτό να πάψει να ταρακουνιέται, ώσπου να μείνει ακίνητο, λειψό από ζωή, ολοκληρωτικά νεκρό. Ποτέ όμως δεν μου είχε δοθεί η ευκαιρία να ζήσω έναν θάνατο που να προέρχεται από τα δικά μου χέρια και έτσι, έχοντας παραδοθεί πλήρως στην παράνοια, της πήγαινα αδιαμαρτύρητα ό,τι μου ζητούσε.
Σκότωσα για χάρη της δώδεκα ανθρώπους, δύο για κάθε μέρα. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε εγώ να επιφορτιστώ με αυτές τις πράξεις κι όχι εκείνη, αφού και την απαραίτητη σωματική δύναμη διέθετε - σαφώς μεγαλύτερη από την δική μου - και στερημένη ήταν από κάθε τί που χαρακτήριζε την ανθρώπινη ευαισθησία και ευσυνειδησία. Δεν ήταν άνθρωπος. Δεν ήταν καν ένας αναστημένος άνθρωπος. Ήταν η ίδια η πνοή της Ξιμπάλμπα, επικίνδυνη και φαρμακερή, θανατηφόρα και πανταχού παρούσα. Γνώριζε τί θα συμβεί προτού καν τα γεγονότα μπουν στον τροχό της πραγματοποίησης, είχε την ικανότητα να προβλέπει το μέλλον χωρίς να ρίξει τις κάρτες ή να διαβάσει τα φύλλα του φοίνικα, μιλούσε ώρες ασταμάτητες για το μακρινό παρελθόν που έζησε η περιοχή, αποκαλύπτοντας μυστικά που κάθε επιστήμονας θα πούλαγε και την ψυχή του για να μάθει.
Μα διψούσε επίμονα και κάθε νύχτα διψούσε όλο πιο αχόρταγα και εγώ κόντευα να τρελαθώ, αλλά ξαφνικά λες και το μαγεμένο πέπλο της τρέλας έφυγε από το μάτια μου, αντίκρισα την λογική και προσπάθησα να ξεσηκωθώ, μα εκείνη με απείλησε, μου όρμησε, με χτύπησε, τα νύχια της μου έκαναν βαθιές πληγές στα μάγουλα που τα σημάδια τους υπάρχουν μέχρι τώρα, και εγώ, δεν άντεξα παραπάνω όταν μου ζήτησε να της πάω το νεογέννητο της μικρής Χουανίτας που ήταν η μοναδική πλέον στο χωριό που με ανεχόταν και μου έλεγε μία γλυκιά καλημέρα όποτε την αντάμωνα, δεν άντεξα και της επιτέθηκα κι εγώ και πάνω στον καυγά, την χτύπησα δυνατά στο κεφάλι και εκείνη ζαλίστηκε και βρήκα την ευκαιρία να την κάψω, να την κάψω την άτιμη, την πέταξα μέσα στο αναμμένο τζάκι και λίγο λίγο την έχωνα όλο και πιο πολύ μέσα στις αδηφάγες φλόγες, καίγοντας και εγώ τα χέρια μου, ουρλιάζοντας από πόνο και οδύνη, από πόνο που καιγόμουν μαζί της, από οδύνη που την έχανα ξανά.
Παίρνω μία βαθιά ανάσα και ακούω τον άνεμο που θεριεύει. Η νύχτα έχει απλώσει τα δίχτυα της, οι σκιές της είναι πέτρες δεμένες στον λαιμό, πιστοί ακόλουθοι μου που σέρνονται πίσω μου να με τρομοκρατήσουν. Να με σκοτώσουν.
Την φοβάμαι την νύχτα. Μόνο τότε βγαίνουν από τις κρυψώνες τους οι θεοί της Ξιμπάλμπα και αναζητούν τα θύματά τους, να πιουν το αίμα τους, να φάνε την σάρκα τους και να δυναμώσουν περισσότερο. Κάποια φώτα εμφανίζονται έξω από το παράθυρο. Η πόρτα τραντάζεται και η καρδιά μου χάνει δύο- τρεις- τέσσερις χτύπους. Ήρθαν, ήρθαν για μένα ! σκέφτομαι με τον φόβο να έχει κατακλύσει το είναι μου, οι θεοί, οι θεοί ήρθαν να με αποτελειώσουν, που τόλμησα να σκοτώσω το δημιούργημά τους, που επέλεξα την προδοσία αντί να συμμαχήσω μαζί τους !
Η πόρτα γκρεμίστηκε και μέσα στην καλύβα εισέβαλε ένα μαινόμενο πλήθος από χωρικούς. Τα φώτα που είδα να πάλλονται πριν λίγο δεν ήταν τίποτα άλλο, παρά οι φλόγες από τις δάδες τους. Οι φωνές που άκουγα και έμοιαζαν με ανίερες ψαλμωδίες, προέρχονταν από ανθρώπινα πνευμόνια κι όχι από θεϊκά λαρύγγια, μια φωνή κατακόκκινη από το αίμα των θυμάτων. Κατακόκκινη όπως η όρασή μου τώρα πια, καθώς τα χτυπήματά τους παραείναι δυνατά για να τα αντέξω.
Ένα σίδερο με βρίσκει στο κεφάλι και το ανοίγει τόσο, ώστε ένα καινούργιο αιμάτινο μονοπάτι να κυλήσει στον σβέρκο μου και να ποτίσει τον γιακά της μπλούζας μου.
Οι εξαγριωμένες τους κραυγές με φοβίζουν τόσο που έχω σχεδόν παραλύσει από τον τρόμο. Πού είναι οι θεοί; ουρλιάζω ξέφρενα, έχοντας χάσει πια κάθε λογική. Αυτούς κορόιδεψα, δεν έχετε λοιπόν το δικαίωμα να με σκοτώσετε εσείς, εσείς και οι ηλίθιες προκαταλήψεις σας !
Σωριάζομαι κάτω και εκείνοι δεν σταματούν να με χτυπούν αλύπητα. Μία κλωτσιά με βρίσκει στο στομάχι και άλλη μία στο κεφάλι και η τρίτη χώνεται μέσα στα πλευρά μου και η τέταρτη εισβάλλει στο μάτι μου και εκεί, καθώς βρίσκομαι ακόμα κάτω και δέχομαι τα λυσσασμένα τους χτυπήματα, αναρωτιέμαι, ποιός είναι περισσότερο επικίνδυνος, ο θνητός αμόρφωτος χωρικός που υπακούει τις προσταγές κάποιου γέροντα μάγου ή ένας ξεχασμένος αθάνατος θεός; Ποιά είναι η πραγματικότητα; Υπήρξα ποτέ; Ποιός ήμουν; Ποιά ήταν εκείνη που για χάρη της έκοψα το νήμα του θανάτου για να την επαναφέρω στην ζωή; Υπήρχε στα αλήθεια εκείνη; Υπήρχα στα αλήθεια εγώ; Υπάρχουν οι θεοί της Ξιμπάλμπα; Ή μήπως όλα ήταν ένα νοσηρό παιγνίδι της κομματιασμένης μου λογικής; Μήπως είχα τρελαθεί τόσο που φαντάστηκα την επιστροφή της από τον άλλο κόσμο και όταν πλέον κάθε έννοια του φυσιολογικού είχε καταρρεύσει μέσα μου, άρχισα να δολοφονώ όλους εκείνους τους αθώους;
Τα χτυπήματα συνεχίστηκαν μέχρι που πέθανα. Οι χωρικοί έφυγαν από το σπίτι, αφήνοντάς με νεκρό, μες στα αίματα, το ίδιο όμως παράφρονα με πριν, ίσως και περισσότερο. Γιατί όταν ένιωσα να σηκώνομαι και να φεύγω από κει μέσα, όταν οι πύλες άνοιξαν και με καλωσόρισαν μυριάδες αρχαίοι φύλακες, όταν συνειδητοποίησα επιτέλους τί μου είχε συμβεί, τότε κατάλαβα πως αυτό που με περίμενε στην Ξιμπάλμπα, τον Τόπο των Φόβων, ήταν χίλιες φορές χειρότερο από αυτό που είχα ζήσει.
Γιατί οι θεοί της υπήρχαν. Και εγώ τους είχα προδώσει. Γιατί εκείνοι δεν μου το συγχώρεσαν ποτέ. Και ο Έβδομος Θάνατος, ο αρχαίος θεός Βουκούμπ Καμέ, κρατούσε την ψυχή μου φυλακισμένη, ανάμεσα στα τέσσερα μυτερά του δάχτυλα, έτοιμος να την συνθλίψει αν ποτέ το ήθελε.
Επέστρεψα πάλι πίσω, εδώ, στην αγαπημένη Ταμοανχάν, την Γη της Βροχής και κάθε βράδυ, όχι σαν ζωντανός πλέον, αλλά ούτε και σαν νεκρός, μα με την μνήμη μου πάντα παρούσα να με ταλαιπωρεί και την ψυχή μου χαμένη σε κραταιά, σκοτεινά, υποχθόνια βασίλεια να με καλεί κραυγάζοντας να ενωθώ μαζί της, έρμαιο του δαιμονικού άρχοντα τώρα πια, προσφέρω στους αιμοβόρους παλαιούς αυτό που έχουν ανάγκη, από τότε που κάποιος τρελά ερωτευμένος, θανατηφόρα αφελής, θανάσιμα άπιστος, τους ξύπνησε και τους έφερε πάλι πίσω.
Τους προσφέρω σάρκα και αίμα. Και έτσι, οι θολοί θεοί της Ξιμπάλμπα με τις γκρίζες νεκροκεφαλές και τις τεράστιες γλώσσες που κρέμονται βαριά έξω από τα στόματά τους, δεν θα φύγουν ποτέ από εδώ.
Ούτε κι εγώ.


Ξιμπάλμπα : όρος που μεταφράζεται ως Τόπος του Φόβου κάι ήταν στην ουσία το όνομα του Κάτω Κόσμου κατά την μυθολογία των Μάγια.
Xibalba: term which translated as "place of fear". It was the name of the underworld in Maya mythology.


© 2011 Κωνσταντίνα Λαψάτη



23.12.11

Χριστούγεννα στο Βασίλειο του Ιστού της Αράχνης

Η φωτογραφία είναι από το ιστότοπο deviantart, spiderwebs_by_moogstruck














Παραμονή Χριστουγέννων, 21:55

Η πόρτα χτύπησε απαλά, τόσο απαλά που μόλις άκουσε το πενταπλό ''τακ-τακ-τακ-τακ-τακ'' που έμοιαζε περισσότερο με το χτύπημα του ράμφους του δρυοκολάπτη πάνω στο ξύλο, παρά ενός άγνωστου χεριού πάνω στην πόρτα της.
''Τακ-τακ-τακ-τακ-τακ'' .
Άλλο ένα πενταπλό, λίγο πιο επιτακτικό χτύπημα αυτή την φορά που ακούστηκε αμέσως μετά το πρώτο. Προφανώς αυτός που βρισκόταν απ' έξω βιαζόταν ή και κρύωνε αρκετά και ξεχνώντας κάθε προηγούμενη υπόσχεση στον εαυτό της πως απόψε δεν θα ήταν σπίτι για κανέναν, περπάτησε ξυπόλητη ως την στολισμένη πόρτα, που φάνταζε σαν αμαζονιακή ζούγκλα με αυτόν τον καταραμένο πράσινο ιξό που η μητέρα της είχε βαλθεί να τοποθετήσει ολόγυρα της.
«Ναι;»
«Ο Ρούντολφ είμαι» ακούστηκε η φωνή της μητέρας της μαζί με ένα χαχανητό, από εκείνα τα γνωστά που την χαρακτήριζαν.
Της άνοιξε να μπει μέσα κοιτάζοντας έκπληκτη πρώτα εκείνη που ήταν ντυμένη με μία στολή άγιου Βασίλη και έπειτα την κόκκινη, τεράστια σακούλα που έσερνε μαζί της.
«Τί είναι αυτά;» θέλησε να μάθει δείχνοντας προς το μέρος της.
«Αυτά; Αυτά είναι τα δώρα που φέρνει για σένα ο Άγιος Βασίλης» της απάντησε και πήγε στην πολυθρόνα. Στρογγυλοκάθισε κρατώντας την σακούλα πάντα από το αριστερό της χέρι, κάνοντας παράλληλα αέρα στο πρόσωπό της με το άλλο.
«Ουφ! Δεν πρόλαβα να μπω και έσκασα! Έχεις πολλή ζέστη εδώ!» παραπονέθηκε και το χέρι της έπιασε την άκρη της φουντωτής, κάτασπρης γενειάδας που ξεφύτρωνε σχεδόν από παντού, καλύπτοντας την περισσότερη από την όψη της.
«Δεν είμαι καλά απόψε. Ίσως έχω αρπάξει κάποια ίωση, γιατί εδώ και ώρα αισθάνομαι ρίγη» της είπε και ξάπλωσε πάνω στον καναπέ. «Αλήθεια, τί σε έπιασε και ντύθηκες έτσι;»
Το χέρι της μητέρας της έλυσε το σχοινί που κρατούσε την εορταστική σακούλα με τα δώρα και έβγαλε από μέσα ένα ατσάλινο σύρμα.
Στράφηκε προς το μέρος της και της γέλασε σαρδόνια.
«Τζεζάμπελ;»
Η καρδιά της σταμάτησε να χτυπάει και η σπονδυλική της στήλη ανατρίχιασε λες και είχε δεχτεί έναν ολόκληρο κουβά από παγάκια.
Αυτή, δεν ήταν η φωνή της μητέρας της!
«Δεν χρειάζεται να με φοβάσαι. Δεν είμαι άγνωστος, γνωρίζω τόσα πολλά για εσένα, που αν σου μιλήσω για αυτά, θα καταλάβεις πως πραγματικά δεν σου είμαι καθόλου άγνωστος» συνέχισε κρατώντας επίμονα τον σωρό με το σύρμα.
Η Τζεζάμπελ σηκώθηκε αστραπιαία από τον καναπέ και με πόδια που έτρεμαν προσπάθησε να απομακρυνθεί από κοντά του.
«Ποιός είσαι; Γιατί η φωνή σου... μιλάς σαν την μητέρα μου! Ποιός στο διάβολο είσαι;»
Το γέλιο του της γρατζούνισε άσχημα τα αυτιά.
«Είναι ένα ταλέντο που έχω από μικρός. Πολλοί βέβαια δεν το ξέρουν, αλλά δεν πειράζει. Είδες λοιπόν; Αρχίζεις και μαθαίνεις κι εσύ πράγματα που αφορούν εμένα».
«Φύγε γρήγορα από το σπίτι μου! Έχω... εννοώ περιμένω επισκέπτες και όπου να' ναι θα βρίσκονται εδώ!» προσπάθησε να τον φοβερίσει, μα εκείνος δεν πτοήθηκε.
«Ξέρω τα πάντα για εσένα Τζεζάμπελ» της δήλωσε με ύφος που δεν σήκωνε αμφισβητήσεις. «Τα πάντα».
Την έκοψε κρύος ιδρώτας. Είχε ανοίξει την πόρτα σε έναν άγνωστο που ήξερε να μιμείται τόσο καλά την μητέρα της, τόσο αναθεματισμένα καλά, που την είχε ξεγελάσει! Τί στο καλό θα έκανε; Και γιατί κρατούσε αυτό το μαραφέτι στα χέρια του; Τί είχε σκοπό να κάνει με αυτό;
«Αυτό» έκανε εκείνος και έδειξε το σύρμα, λες και μπορούσε να διαβάζει την σκέψη της. «Με αυτό θα σε δέσω κάπου για να μην μου φύγεις, ώστε να σου κάνω μετά, όλα όσα έχω ονειρευτεί».
Της ήρθε σκοτοδίνη. Θα την έδενε με αυτό το αγκαθωτό σύρμα;
«Είσαι τρελός! Αν νομίζεις πως θα»
«Δεν νομίζω» την διέκοψε αυταρχικά. «Έτσι ακριβώς θα γίνει. Εκτός κι αν θέλεις να βρουν νεκρή την μητέρα σου».
«Την... την μητέρα μου; Που έχεις την μητέρα μου κάθαρμα; Πού την έχεις;»
Έπεσε επάνω του για να τον λιντσάρει. Οι γροθιές της τον χτύπησαν στο πρόσωπο και στο στήθος, παράλληλα με τα πόδια της που τον κλωτσούσαν όπου έβρισκαν.
Ο άγνωστος κατάφερε να την κάνει γρήγορα καλά και την πέταξε σαν σακί πάνω στον καναπέ.
«Στο χέρι σου είναι αν θα παραμείνει ζωντανή» της είπε τελικά. Έτεινε το σύρμα και περίμενε.
Τα χέρια της απλώθηκαν ταυτόχρονα με τα δάκρυα που άρχισαν να χαρακώνουν το άβαφτο πρόσωπό της. «Γιατί το κάνεις αυτό; Ποιός είσαι;»
Πήγε κοντά της και ξετύλιξε το αγκαθωτό σύρμα τόσο ώστε να καταφέρει να δέσει αρκετά γερά τους αδύνατους καρπούς της.
«Σύντομα θα μάθεις. Πριγκίπισσα» έκανε σαρκαστικά και ξεκίνησε.
Πριγκίπισσα; Η μνήμη της ξεσηκώθηκε, προσπαθώντας να θυμηθεί πού είχε ξανακούσει αυτόν τον χαρακτηρισμό, ποιός ήταν αυτός που την είχε αποκαλέσει έτσι στο παρελθόν, αλλά μάταια. Ο φόβος της παραήταν μεγάλος για να το καταφέρει.
Τα χέρια του έδεσαν τα δικά της με τρόπο τόσο ντελικάτο, που για μια στιγμή το παράπονό της μεγάλωσε και καινούργια δάκρυα έκαναν την εμφάνισή τους στο ήδη μουσκεμένο της πρόσωπο.
«Ποιός είσαι;» τον παρακάλεσε ξανά να της πει και εκείνος, δένοντας τα πόδια της, χαμογέλασε χωρίς καν να την κοιτάξει. Δεν τον είδε φυσικά να γελάει, η ψεύτικη γενειάδα του έφτανε μέχρι την βάση του λαιμού του, η χροιά του γέλιου του όμως συνέχιζε να παραμένει τρομακτική.
Έκανε τον τελευταίο κόμπο φροντίζοντας να μην πληγώσει την κάτασπρη σάρκα της και η Τζεζάμπελ κοίταξε σαν χαμένη τα δεμένα τώρα πια χέρια και πόδια.
Επαγγελματίας! Είχε καταφέρει να την δέσει με ένα συρμάτινο, αγκαθωτό σύρμα, δίχως να της προξενήσει ούτε μία γρατζουνιά! Άραγε, σκέφτηκε από μέσα της, το είχε ξανακάνει;
Έφυγε από κοντά της και στάθηκε όρθιος απέναντι.
«Και τώρα που ξέρω πως δεν θα κάνεις κάτι για να φύγεις, άλλωστε το σύρμα κόβει άσχημα αν θελήσεις τα ελευθερωθείς και δεν θα ήθελα να πεθάνεις από αιμορραγία, τώρα λοιπόν έφτασε η ώρα να σου συστηθώ».
Αποτράβηξε πρώτα την γενειάδα που φανερά τον ταλαιπωρούσε τόση ώρα, έπειτα έβγαλε το καπέλο με τα άσπρα μακριά μαλλιά και τέλος έπιασε τα γυαλιά και τα έβγαλε και αυτά, πετώντας τα επάνω της.
Τον κοίταξε απορημένη, προσπαθώντας να θυμηθεί.
«Έλα τώρα, μην μου το κάνεις αυτό. Περίμενα να με θυμάσαι λίγο» της είπε απογοητευμένος.
«Δεν σε θυμάμαι» του δήλωσε κατηγορηματικά.
«Φρανκ Σπάϊντ» της συστήθηκε και έσκυψε με επισημότητα.
Φρανκ Σπάϊντ; Σπάϊντ; Ο δεκαπεντάχρονος Σπάϊντ που πήγαιναν μαζί στο σχολείο; Ο Σπάϊντ που δεν είχε ποτέ κανένα φίλο, που έκανε τα αδύνατα δυνατά για να περνάει απαρατήρητος και που ποτέ δεν τα κατάφερνε, μιας και τον θυμόταν να είναι συνέχεια μπλεγμένος σε καυγάδες που ποτέ εκείνος δεν άρχιζε; Ο Σπάϊντ οι γονείς του οποίου δολοφονήθηκαν και όταν έγινε αυτό, αναγκάστηκε να φύγει από την πόλη και να μείνει με μία ανύπαντρη θεία του που ποτέ και αυτή δεν τον ήθελε;
«Με θυμήθηκες. Το βλέπω στο πρόσωπό σου».
Το κεφάλι της κουνήθηκε καταφατικά. Δεν μπορούσε να ξεχάσει αυτό το αδύνατο, αδύναμο, αγόρι που έπεφτε συνέχεια θύμα ξυλοδαρμού των συνομήλικων του. Ούτε μπορούσε ποτέ να ξεχάσει το καψόνι που του έκαναν την μέρα εκείνη που οι γονείς του είχαν δολοφονηθεί.
«Αυτό το καψόνι...» έκανε ο Φρανκ. «Το ξέρεις πως έκλαιγα όλη την υπόλοιπη μέρα για αυτό που μου κάνατε εσύ και οι φίλοι σου; Έκλαιγα για αυτό και όλοι νόμιζαν πως έκλαιγα για τους γονείς μου!»
Αγνοώντας το τελευταίο σκληρό σχόλιό του, τον κοίταξε με αθώο ύφος:
«Τί θέλεις από εμένα Φρανκ; Όλα αυτά είναι πια παρελθόν» του είπε προσπαθώντας να τον κρατήσει ήρεμο και να τον πείσει πως δεν άξιζε να ζητάει εκδίκηση για κάτι που είχε γίνει χρόνια πριν, όταν όλοι τους ήταν ένα τσούρμο ανώριμοι έφηβοι που έβρισκαν διασκεδαστικά τα παιγνίδια που έπαιζαν εις βάρος του.
«Όχι Πριγκίπισσα. Μπορεί για σένα να είναι παρελθόν, αλλά εγώ δεν τα έχω ξεχάσει. Κάθε μέρα όλα αυτά τα χρόνια, σκεφτόμουν πώς θα σε κάνω να πληρώσεις που εξαιτίας σου με αναγκάσατε να σκοτώσω τον σκύλο μου και να βουτήξω τα μούτρα μου μέσα στις σφαγμένες του σάρκες, μόνο και μόνο γιατί έπρεπε να γελάσει η Πριγκίπισσα».
«Δεν έφταιγα εγώ Φρανκ!» δικαιολογήθηκε βιαστικά η Τζεζάμπελ ευχόμενη να την πιστέψει. «Ήμουν το ίδιο φοβισμένη με εσένα!»
Ο Φρανκ την κοίταξε βαριεστημένα. «Τί ψεύτρα Θεέ μου! Είσαι το ίδιο υπαίτια με αυτούς! Καθόσουν και με έβλεπες να ταπεινώνομαι, να κλαίω όταν άρπαζα το μαχαίρι για να σκοτώσω τον Ραλφ και γέλαγες, γέλαγες σαν ηλίθια. Αλλά μην νομίζεις πως έχεις αλλάξει από τότε. Μια ζωή ηλίθια ήσουν, αλλιώς δεν θα ήσουν μόνη τέτοια νύχτα!» την κορόιδεψε και γέλασε τραχιά. «Σου είπα, ξέρω τα πάντα για εσένα» συνέχισε όταν είδε το απορημένο βλέμμα της. «Πού δουλεύεις, πόσες ώρες, με ποιον πηδιέσαι, ποιον απατάς, ποιον μισείς, ποιον αγαπάς. Η απάντηση στο τελευταίο είναι μόνο τον εαυτό σου, αλλά για αυτό υπάρχω εγώ εδώ. Για να σε κάνω να αλλάξεις γνώμη».
Η ματιά της άστραψε. Την κατασκόπευε; Είχε το θράσος να την παρακολουθεί και μάλιστα να το ομολογεί και ο ίδιος;
«Πες μου λοιπόν Πριγκίπισσα Τζεζάμπελ, πώς αισθάνεσαι που θα αποδοθεί επιτέλους δικαιοσύνη;»
Ήθελε να ουρλιάξει να την αφήσει ελεύθερη, αλλά οι φωνητικές της χορδές αρνούνταν να υπακούσουν στην προτροπή του εγκεφάλου της.
Ο Φρανκ μην περιμένοντας άλλο την απάντησή της, κοίταξε το ρολόι του.
«Χμ...νομίζω πως είναι ώρα να ξεκινήσουμε» της δήλωσε με στόμφο. Πήγε ως την σακούλα όπου κρατούσε τα δώρα του και έβαλε το χέρι μέσα ψάχνοντας επιμελώς να βρει αυτό που ζητούσε. Η Τζεζάμπελ τον κοίταξε με τρόμο, περιμένοντας να ξετρυπώσει από μέσα κανένα όπλο, ίσως και κάποιο τσεκούρι αν η τρέλα του είχε προχωρήσει περισσότερο και έσμιξε τα φρύδια όταν τον είδε να βγάζει ένα μαύρο βάζο. Το κράτησε με λατρεία πάνω στο κορμί του και στράφηκε προς το μέρος της.
«Κορόιδευες μέχρι και το όνομά μου. Ήμουν ο Σπάϊντερμαν της πόλης, που όμως φοβόταν τις αράχνες. Θα σου πω τώρα τί έκανα. Έπαψα να τις φοβάμαι. Ναι, σου λέω την αλήθεια, μην με κοιτάς έτσι! Παρακολούθησα μέχρι και μαθήματα για να αποβάλλω την αραχνοφοβία μου, ώστε να μπορώ άνετα πια, να τις κυνηγώ, να τις πιάνω και να τις συλλέγω. Πιθανότατα να είμαι ο μοναδικός συλλέκτης αραχνών με τις πιο πολλές αράχνες στην συλλογή του. Πάρε παράδειγμα αυτές εδώ. Ανήκουν στο είδος ταραντούλα Γολιάθ, που είναι η μεγαλύτερη αράχνη στον κόσμο. Ζει στην Νότια Αμερική και το τσίμπημά της δεν είναι θανατηφόρο. Πονάει όμως λες και σε έχει τσιμπήσει μέλισσα. Μία αρκετά μεγάλη μέλισσα. Σε ένα ταξίδι που έκανα στην Νικαράγουα, κατάφερα να βρω ένα υποείδος της το οποίο είναι μοναδικό. Το ονόμασα Goliath Spaidii από το όνομά μου φυσικά. Είναι μαύρη με πορτοκαλί στίγματα στην κοιλιά, μόνο που το δηλητήριό της έχει και άλλες ιδιότητες. Παραλύει το θύμα, τόσο πολύ που όταν αρχίζει και πλέκει τον ιστό της, αυτό είναι ανήμπορο ακόμα και να κουνήσει έστω και ένα δάχτυλο. Πλέκει τον ιστό με μετάξι που παράγει σε εκατονταπλάσια ποσότητα απ' ότι οι συνηθισμένες αράχνες. Κι όταν φτάσει το τέλος...».
Σταμάτησε να μιλάει και πήγε κοντά της. Η Τζεζάμπελ μαζεύτηκε τρομαγμένη στον καναπέ με μάτια που είχαν γουρλώσει, καθώς το μόνο που έβλεπαν μπροστά τους ήταν το μαύρο πελώριο βάζο που την ζύγωνε επικίνδυνα.
«Θυμήσου την μητέρα σου. Δεν θα ήθελες να πεθάνει εξαιτίας σου» της συνέστησε σε φιλικό τόνο.
Κάθισε δίπλα της και της χάρισε ένα χαμόγελο.
«Ήσουν πάντα τόσο όμορφη, τόσο ντελικάτη, τόσο εγωίστρια. Μακάρι να ήταν αλλιώς τα πράγματα αλλά πολύ φοβάμαι πως με τσάντισες αρκετά εκείνη την μέρα. Ακόμα και να θέλω να σε συγχωρήσω, δεν θα μπορέσω τώρα πια. Με άλλαξες Τζεζάμπελ».
Δεν μπορούσε να της πει την αλήθεια. Πως ο κόσμος του είχε συντριβεί με τέτοιο τρόπο που ο ίδιος είχε αρπάξει το μαχαίρι και είχε σφάξει τους γονείς του.
Πώς το ομολογείς αυτό σε μία Πριγκίπισσα; Πολύ απλά δεν το κάνεις.
Τα μακριά του δάχτυλα γύρισαν το καπάκι του βάζου αργά, βασανιστικά αργά, κοιτώντας την πάντα κατάματα. Έπειτα, έσκυψε και της έδωσε ένα φιλί που έμοιαζε πιο πολύ με μεταθανάτιο χάδι, παρά με ένα στιγμιαίο άγγιγμα των χειλιών του πάνω στα δικά της.
«Η αναπνοή σου μυρίζει μέντα» ήταν το μόνο που βρήκε να του πει.
Είχε παραλύσει τόσο από τον τρόμο που δεν είχε το σθένος ούτε να τον παρακαλέσει να μην της κάνει αυτό που σκόπευε να της κάνει.
«Ω, μην φοβάσαι Πριγκίπισσα. Ένα απλό τσίμπημα είναι μόνο. Θανατηφόρο μεν, αλλά δεν θα καταλάβεις σχεδόν τίποτα. Και μετά, όταν θα αρχίσεις να χάνεσαι στους μεταξένιους, κάτασπρους ιστούς, δεν θα αισθάνεσαι πια κανένα φόβο. Δεν θα αισθάνεσαι ούτε τα μικροσκοπικά ποδαράκια τους καθώς αυτά θα σέρνονται επάνω σου. Απλά θα βλέπεις. Και θα θαυμάζεις. Και δεν θα μπορείς να κάνεις τίποτα για να ελευθερωθείς. Δεν θα θέλεις να κάνεις τίποτα, γιατί θα μαγευτείς από την ομορφιά τους».
Το βάζο αναποδογύρισε λίγο πάνω της, μα δεν φάνηκε τίποτα να βγαίνει από μέσα.
«Θα έπρεπε να με ευχαριστείς Πριγκίπισσα. Από μία ηλίθια, εγωίστρια που ήσουν η οποία περνούσε τον καιρό της σκαρώνοντας φάρσες από δω κι από κει, αδιαφορώντας για τις συνέπειες, θα σε κάνω να μείνεις στην ιστορία σαν ένα έργο τέχνης. Θα είσαι πανέμορφη τυλιγμένη στους ιστούς των παιδιών μου».
Το σταθερό του χέρι γύρισε λίγο ακόμα το βάζο και ένα μαυριδερό πράγμα έπεσε πάνω της. Δεν ούρλιαξε, ήταν πράγματι λες και περίμενε τον Φρανκ Σπάϊντ να την μεταμορφώσει, λες και καλοδεχόταν το χριστουγεννιάτικο δώρο που ήθελε να της κάνει. Άλλη μία αράχνη έπεσε πάνω της και έπειτα, μία τρίτη. Αυτή ήταν που την τσίμπησε και το σώμα της δέχτηκε μέσα του το ζεστό δηλητήριο. Άρχισε να μουδιάζει σταδιακά και ένα χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη της. Ήταν πράγματι όμορφα. Ένιωθε ζεστά και ο Φρανκ που την κοιτούσε παραμένοντας πιστά δίπλα της, έμοιαζε και αυτός όμορφος.
Γιατί του τα κάναμε άραγε όλα αυτά; αναρωτήθηκε από μέσα της.
Τον κατάλαβε να σηκώνεται και να επιστρέφει ξανά κοντά της, κρατώντας άλλα δύο κατάμαυρα βάζα. Τα άνοιξε και αυτά κι άφησε τις αράχνες να ξεχυθούν επάνω της.
Η ζέστη θέριευε όλο και πιο πολύ μέσα της. Οι φλέβες της βροντοχτυπούσαν από το αίμα που κυλούσε λάβρο και λίγο προτού βυθιστεί στην απόλυτη ακινησία, κατάφερε να ψελλίσει το όνομα της μητέρας της.
«Δεν της έκανα κακό Τζεζάμπελ. Ένα κόλπο ήταν μόνο, έτσι, για να σε τρομάξω» τον άκουσε να της λέει από μακριά.
Βυθιζόταν, βυθιζόταν, βυθιζόταν όλο και περισσότερο και χαμογελούσε ακόμα καθώς έπεφτε στο κενό. Κι αυτή ήταν η τελευταία λογική σκέψη της λίγο προτού την καταπιεί η λήθη. Πως θα την έβρισκαν νεκρή, τυλιγμένη με μεταξένιους ιστούς, να χαμογελάει έτσι ακριβώς όπως έλεγε και ο Φρανκ: σαν ηλίθια.
Ο Φρανκ έριξε το περιεχόμενο από το τέταρτο βάζο και έσκυψε κοντά της για να την φιλήσει για τελευταία φορά.
Δεν μπόρεσε να μυρίσει την ανάσα του. Τα ρουθούνια της είχαν κι αυτά νεκρωθεί.
Ένα ήρεμο γαλάζιο σαν της μητέρας της βλέμμα διείσδυσε στο δικό της, καθώς η φωνή του ακουγόταν ακόμα πιο μακρινή.
«Καλά Χριστούγεννα Πριγκίπισσα. Καλώς όρισες στο Βασίλειο του Ιστού της Αράχνης».



© 2011 Κωνσταντίνα Λαψάτη




22.12.11

Άψυχος - Μέρος Δεύτερο



Η φωτογραφία προέρχεται από τον Κώδικα Vindobonensis.
Αναπαριστά το σύμβολο για την ονομαστική απόδοση του ονόματος Ταμοανχάν.

Το πρώτο μέρος μπορείς να το διαβάσεις πατώντας εδώ






Οι μέρες περνούσαν επώδυνα, με την απουσία της να με τρελαίνει όλο και περισσότερο, καθώς ο καιρός έδειχνε πως ό,τι και να έκανα, όσο κι αν το ήθελα, δεν θα μπορούσα να ξεπεράσω τον θάνατό της. Απορρίπτοντας την ανάθεση των ανασκαφών στα Γάδαρα – μία απόφαση που πιστεύω πως ο Γουίδερς ακόμα δεν μου έχει συγχωρήσει μιας και αναγκάστηκε να στείλει τον μόνο διαθέσιμο, που δεν ήταν άλλος από τον εγωπαθή και αρκετά δύστροπο Τζέϊμς Μπέντφορντ – αποφάσισα να επιστρέψω στο Μεξικό. Στην Γη της Βροχής. Στην Ταμοανχάν, κάπου μέσα στην ζούγκλα του Μεξικού όπου αναπαύτηκε εκείνη και άρχισα να τρελαίνομαι εγώ.
Ο αέρας έχει δυναμώσει επικίνδυνα. Τα άθλια παραθυρόφυλλα της παμπάλαιας ξύλινης καλύβας χτυπάνε τόσο εκνευριστικά δυνατά, λες και είναι έτοιμα να ξεκολλήσουν. Λες και κάποιος, βρίσκεται εκεί έξω και έχει βαλθεί να με τρελάνει ακόμα περισσότερο, παίζοντας τέτοια παιγνίδια εις βάρος μου...
Σηκώνομαι για λίγο από την θέση μου και πηγαίνω στο ξεχαρβαλωμένο μικρό τραπέζι με τα ετοιμόρροπα πόδια όπου κρατάω ό,τι απέμεινε από εκείνη. Θέλω τις τελευταίες αυτές στιγμές να την έχω δίπλα μου, έστω κι αν ό,τι έχει απομείνει από αυτήν είναι μόνο γκρίζες στάχτες.
Ακουμπάω το πήλινο βάζο με το μισοραγισμένο καπάκι στα πόδια μου και το χαϊδεύω απαλά. Και μεταφέρομαι πίσω στον χρόνο, εκείνη την μέρα που έφτασα αργά το απόγευμα στο Μεξικό και το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να επισκεφτώ τον τάφο της. Ο οποίος ήταν βεβηλωμένος φυσικά, μιας και ποτέ δεν περίμενα κάτι διαφορετικό. Η αμορφωσιά των κατοίκων εδώ πέρα είναι το κάτι άλλο. Είναι ικανοί ακόμα και να σε σκοτώσουν αν τολμήσεις και προσβάλλεις την θρησκεία τους. Και αυτό ακριβώς είχα κάνει εγώ, όταν υπακούοντας την τελευταία της επιθυμία, την έθαψα εκεί. Στην αγαπημένη της Γη της Βροχής.
Πόσο μεγάλο ήταν το λάθος μου! Πόσο ακόμα θα κυλάει το αίμα αθώων στα χέρια μου! Ρίχνοντας επάνω στο νεκρό της σώμα το σκούρο, βαρύ χώμα της ιερής Ταμοανχάν, άθελά μου ξύπνησα κάτι πολύ παλιό, κάτι αφάνταστα επικίνδυνο, που ποτέ δεν κοιμόταν και περίμενε υπομονετικά για χιλιάδες χρόνια κάποιον σαν κι εμένα, τρελά ερωτευμένο, θανατηφόρα αφελή, θανάσιμα άπιστο, να το φέρει πάλι πίσω.
Αλλοπρόσαλλες σκέψεις τριγυρνούσαν στο μυαλό μου, οι αναμνήσεις μου από εκείνη με ποδοπατούσαν στυγνά, ώσπου ένα βράδυ, επιστρέφοντας στο σπίτι όπου νοίκιαζα από τον ένα και μοναδικό κάτοικο της περιοχής που μου είχε επιτρέψει να μείνω εκεί, θυμήθηκα τις παρακλήσεις στο Βιβλίο των Επιθυμιών, των Χρόνων και των Ονείρων, και παρακάλεσα τους θεούς τους, τους ικέτευσα να μου την στείλουν πίσω ελπίζοντας πια να είναι αλήθεια όλα όσα ψιθυρίζονταν πως στο έδαφος της Γης της Βροχής δεν υπάρχει ανάπαυση για τον νεκρό.
Και έτσι ακριβώς ήταν. Οι σκοτεινοί θεοί της Ξιμπάλμπα, του αβυσσαλέου Κάτω Κόσμου της μυθολογίας όλων των αρχαίων πολιτισμών που άφησαν το στίγμα τους στο Μεξικό, επέτρεψαν στην αγαπημένη μου να έρθει πάλι πίσω έτσι ακριβώς όπως ήταν, χωρίς τα σημάδια της αρρώστιας που την πέθανε, χωρίς νύχια και μαλλιά μακριά, χωρίς σκουληκοφαγωμένες σάρκες ή χώμα στα ρουθούνια και το στόμα. Ήταν ολόιδια εκείνη. Εκείνη που είχα πάντα σαν πιστή ερωμένη, σαν την καλύτερή μου φίλη, σαν μητέρα και πατέρα μαζί.
Αλλά δεν ήταν εκείνη.
Ήταν ένα πλάσμα μοχθηρό, γεμάτο ασύλληπτη κακία και φθόνο. Ήταν η προσωποποίηση της κακίας. Το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή που τα μάτια μου αγκάλιασαν το παρουσιαστικό της. Παρόλα αυτά, η λαχτάρα μου να την νιώσω μέσα στα χέρια μου θέριεψε ακόμα περισσότερο και δίχως να δώσω σημασία στον μικρό φόβο που εγκαταστάθηκε στην καρδιά μου σαν είδα τα μάτια της να λάμπουν παράξενα, το πέπλο σηκώθηκε από τα μάτια μου και η μαγεία της διεστραμμένης μας αυτής συνάντησης, όπου ο θάνατος έσμιγε με την ζωή, με παρέσυρε μαζί της.
Κι όταν ήρθε κοντά μου, όταν πρόφερε το όνομά μου – το όνομά μου να το ακούω ξανά από τα χείλη της – όταν με φίλησε με το χλωμό, στεγνό της στόμα, τα ξέχασα όλα. Από πού ερχόταν, ποιες επικλήσεις την έφεραν πίσω, τί ήταν... Δεν είχε πλέον καμία σημασία.
Ήταν εδώ.

...συνεχίζεται εδώ


© 2011 Κωνσταντίνα Λαψάτη





21.12.11

Άψυχος - Μέρος Πρώτο



Άψυχος. Μία ιστορία σε ... δόσεις !
Ο Άψυχος δημιουργήθηκε ένα χειμωνιάτικο βράδυ, όπου η καταιγίδα μαινόταν βίαια, τόσο έξω, όσο και μέσα μου. Ανέκαθεν με τραβούσε η αρχαιολογία της Νότιας Αμερικής και εκείνο το βράδυ, μόλις είχα τελειώσει την ταξιδιωτική μελέτη Incidents of travel in Central America, Chiapas, and Yucatan του John Lloyd Stephens διακοσμημένο με τις υπέροχες γκραβούρες του ταλαντούχου Catherwood. Το βιβλίο πραγματευόταν τις ταξιδιωτικές περιηγήσεις των δύο ανδρών, όπου βάζοντας σε κίνδυνο τις ζωές τους, κατάφεραν να βρουν πολλές άγνωστες ακόμα στον δυτικό κόσμο ερειπωμένες πόλεις της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής, που μέχρι και οι γηγενείς κάτοικοι των γύρω περιοχών είχαν ξεχάσει πως υπήρχαν. Οι περιηγήσεις τους ήταν το έναυσμα για εμένα να καθίσω και να γράψω τον Άψυχο. Ελπίζω να τον απολαύσετε και εσείς, όσο απόλαυσα και εγώ την δημιουργία του.
Η φωτογραφία προέρχεται από το βιβλίο του Stephen Salisbury:
The Mayas, the Sources of Their History/Dr. Le Plongeon in Yucatan, His Account of Discoveries.


Το κορμί μου ίσως να γλύτωσε από αυτό το φρικαλέο πράγμα που αγκάλιαζε, χάϊδευε και φιλούσε, αλλά το μυαλό μου παίζει παράξενα παιχνίδια. Η ψυχή μου είναι φυλακισμένη μέσα σε ένα βρωμερό κλουβί γεμάτο ακαθαρσίες και ανείπωτες βρωμιές, βρωμιές που εγώ ο ίδιος έβαλα μέσα του και στοιχηματίζω πως δεν υπάρχει περίπτωση να γλυτώσω την ψυχική μου ηρεμία αυτές τις τελευταίες ώρες πριν έρθει Εκείνος.
Νομίζω πως όλες οι νεκρές πόλεις κατοικούνται από φαντάσματα. Σε μια τέτοια έχω έρθει και εγώ, κυνηγημένος από το υπέρτατο κακό, κυνηγημένος σαν φάντασμα από τις τρελές τύψεις και από την οντότητα αυτή που οι χριστιανοί αποκαλούν Διάβολο, οι Μωαμεθανοί Ιμπλίς και οι απόγονοι των Μάγιας Τζιτζιμίτλ.
Σαν επιστήμονας δεν πίστεψα ποτέ σε αυτόν, όποιο όνομα και να είχε. Θα μπορούσα μάλιστα να πω πως ήμουν άθεος, αφού ούτε στον εχθρό του πίστεψα ποτέ. Να όμως που τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά απ΄ ότι περίμενα ή απ΄ ότι πίστευα τέλος πάντων.
Στην Ταμοανχάν, στην Γη της Βροχής των Μάγιας, αρρώστησε και εκεί τελικά την έθαψα. Κάπου μέσα στην ζούγκλα του Μεξικού αναπαύτηκε εκείνη και άρχισα να τρελαίνομαι εγώ. Δεν μπήκα καν στον κόπο να την μεταφέρω στην πατρίδα, γιατί με είχε παρακαλέσει να την θάψω εκεί. Δεν της είχα χαλάσει ποτέ χατίρι. Γιατί να το έκανα τότε; Άλλωστε δεν είχα δώσει σημασία στον τοπικό θρύλο που έλεγε πως στο έδαφος της Γης της Βροχής δεν υπάρχει ανάπαυση για τον νεκρό και έτσι, αγνοώντας τις παρακλήσεις και τις ικεσίες των ντόπιων και κάτω από μια δυνατή, τροπική μπόρα που ξέσπασε ξαφνικά σαν από το πουθενά, την έθαψα εκεί όπου μόνο ο θεός των αμόρφωτων αγροτών είχε το δικαίωμα να αναπαυθεί.
Την επόμενη ημέρα κάμποσοι χωριάτες με προπηλάκισαν με άσχημο τρόπο, αλλά σχεδόν όλοι είχαν φοβηθεί από την ανίερη κίνηση που είχα κάνει. Όλοι όμως είχαν τρομοκρατηθεί με τον θρύλο που ήθελε τον πεθαμένο να επιστρέφει και να επιτίθεται στους ζωντανούς. Τους ειρωνεύτηκα σκεφτόμενος την πράξη μου, καθώς αν ίσχυε αυτό που πίστευαν με τυφλά μάτια, τότε θα ήμουν ο πρώτος που αντί να κόψει το νήμα της ζωής, θα έκοβε το νήμα του θανάτου.
Όταν σημειώθηκε το πρώτο περιστατικό, που τότε νόμιζα πως ήταν στημένο από αυτούς έτσι απλά για να με τρομάξουν, βρέθηκα να παλεύω με τρεις γεροδεμένους άντρες και τελικά, χτυπημένος άσχημα και με την περηφάνια μου καταπατημένη, μάζεψα τα λιγοστά πράγματά μου και έφυγα από εκεί. Πέρασα την νύχτα σε ένα ξενοδοχείο τριών αστέρων στο Μεξικό, μια νύχτα που δεν προμήνυε τίποτα απ΄ όσα έμελλε να γίνουν. Δεν ξέρω αν έφταιγαν τα ηρεμιστικά που είχα καταναλώσει, πάντως αυτή ήταν μια από τις τελευταίες, ήρεμες βραδιές που θα περνούσα. Ενημέρωσα τον προϊστάμενο της υπηρεσίας που ανήκα πως οι ανασκαφές είχαν τερματιστεί με βίαιο τρόπο, χωρίς να του πω ότι είχα φταίξει και εγώ σε αυτό, και εκείνος με κάλεσε πίσω στο Λονδίνο. Δεν την ανέφερε ούτε μια φορά στην κουβέντα μας και τον εκτίμησα για αυτό. Ο Γουίδερς ήταν άνθρωπος του τακτ και η έλλειψή του ισοδυναμούσε με την χειρότερη βαρβαρότητα.
Όλα λοιπόν, τα έκανα για την αγάπη που της είχα. Για τον έρωτα που ζήσαμε σε πολλές εγκαταλελειμμένες πόλεις, για την πρώτη βραδιά που περάσαμε αγκαλιά κυριολεκτικά κάτω από το φως της σελήνης στην Καντίζ, όταν ανασκάπταμε για να βρούμε την χαμένη πόλη της Ταρτησσού. Για εκείνο το πυρωμένο πρωινό, που αντίκρισα το ξαναμμένο της πρόσωπο να μου λέει πως βρήκαμε τον στρατό του Ασσύριου βασιλιά Σεναχερέμ που πέθανε από κάποια άγνωστη επιδημία έξω από την Ιερουσαλήμ. Είχα αγαπήσει πολλά πράγματα επάνω της και Εκείνος το ήξερε.
Το βράδυ της 23ης Νοεμβρίου, μία εμβομάδα σχεδόν μετά την άτακτη φυγή μου από το Μεξικό κι αφού βρισκόμουν ήδη στο σπίτι μου στο Λονδίνο, χτύπησε το τηλέφωνο και βγαίνοντας γρήγορα από το μπάνιο όπου βρισκόμουν, το σήκωσα ανυποψίαστος.
Περίμενα πως θα ήταν ο Γουίδερς, ο οποίος με είχε ενημερώσει για τις συμπληρωματικές ανασκαφές που γίνονταν στα αρχαία Γάδαρα, την πόλη που είχε ιδρυθεί από τον Μακεδόνα στρατηλάτη Αλέξανδρο, και με είχε διαβεβαιώσει πως θα με έστελνε εκεί το συντομότερο δυνατόν, αφού τώρα πια ο αντικαταστάτης μου, βρισκόταν ήδη στο Μεξικό, συνεχίζοντας τις ανασκαφές που είχα εγκαταλείψει. Η γραμμή όμως κόπηκε ξαφνικά, χωρίς να μπορέσω να ακούσω την φωνή εκείνου που με καλούσε. Πρόλαβα μόνο να ξεχωρίσω μια ανάσα ή ένα βρυχηθμό καλύτερα, λες και κάποιος μου έκανε μια πρόστυχη φάρσα, θέλοντας να με τρομάξει κραυγάζοντας περισσότερο παρά ανασαίνοντας. Δεν έδωσα σημασία στο γεγονός, παρόλο που αναρωτήθηκα για την ταυτότητα του ανθρώπου που με είχε καλέσει δίχως να μιλήσει και δίχως όμως να δώσει κάποιο σημάδι για το ποιός μπορεί να ήταν.

...συνεχίζεται εδώ


© 2011 Κωνσταντίνα Λαψάτη


20.12.11

Έμπονυ Βάργκας १ Νυχτερινοί Ψίθυροι



Η Έμπονυ Βάργκας είναι πουθενά και παντού.

Αόρατη από τους περισσότερους, αλλά τόσο κοντά σε αυτούς.

Έχει μνήμες, έχει ιστορία, έχει παρελθόν. Όπως όλοι.

Είναι μια αριστοκρατική, γοητευτική φιγούρα του σκότους που ξέρει να κρύβεται καλά,

καθώς η αγέρωχη σκιά της, βρίσκει πάντα τον τρόπο να σκαρφαλώνει

στους τοίχους του δικού μας θνητού κόσμου.


Έμπονυ Βάργκας
Νυχτερινοί Ψίθυροι
Έρχεται τον Απρίλιο από τις εκδόσεις Ωκεανός.
Ακολουθεί μία πρώτη γνωριμία μαζί της.


Ένιωσε την σπονδυλική του στήλη να ανατριχιάζει από το κρύο και αυτό ήταν αρκετά παράξενο, μιας και στο όνειρό του έβλεπε πως βρισκόταν χαμένος σε κάποια άνυδρη, αφιλόξενη έρημο. Οι άνθρωποι κάποιες φορές όμως ονειρεύονται περίεργα όνειρα και αυτό το όνειρο ήταν πολύ παράξενο.
Το κρύο δυνάμωσε, μα συνέχισε να κοιμάται, μην δίνοντας καμία σημασία στο υποσυνείδητό του που του έλεγε να σηκωθεί και να πάρει την κουβέρτα, που σίγουρα τα πόδια του θα είχαν πετάξει κάτω από το κρεβάτι, για να σκεπαστεί.
Από την άλλη, δεν ήθελε να ξυπνήσει από την ημι-συνειδητή αυτή νάρκη, σίγουρα με πιασμένη την ανάσα και με την φευγαλέα, μα απατηλή ωστόσο, εντύπωση βαθιά αποτυπωμένη στο μυαλό του, πως τόση ώρα δεν ήταν μόνος μέσα στο δωμάτιο.
Έτσι, συνέχισε ηθελημένα να τρέμει από την επώδυνη αυτή δροσιά, περπατώντας παράλληλα κάτω από μία καυτή, κίτρινη, τεράστια σφαίρα σε μία άγνωστη έρημο, χαμένος μέσα στα σκονισμένα σταυροδρόμια του κοιμισμένου του εγκεφάλου, κυνηγημένος από μία άγνωστη θανάσιμη μορφή, που όσο κι αν την ήθελε κοντά του ελκυόμενος από έναν μαγνήτη απερίγραπτης άκρατης λαγνείας, το ένστικτό του ούρλιαζε να μείνει μακριά της.
Θανάσιμος τρόμος και γλυκιά ηδυπάθεια μαζί. Πράγματι, ήταν ένα πολύ παράξενο όνειρο.
Το ελαφρύ θρόισμα που άκουσε, τον έκανε να αφήσει έναν ήχο παρόμοιο με ερωτικό βογκητό, μα παρόλα αυτά, δεν έκανε την κίνηση να σηκωθεί. Και ήταν τόσο τυχερός για αυτό, γιατί δύο μέτρα μακριά του βρισκόταν ένα πλάσμα που με κάθε βεβαιότητα, είχε δει μόνο στις κινηματογραφικές ταινίες.
Ένα πλάσμα της νύχτας με ψυχή γεμάτη από πηχτό, κατάμαυρο σκοτάδι.
Φορούσε ένα κόκκινο, δερμάτινο παντελόνι που αγκάλιαζε σφιχτά τα γυμνασμένα, μακριά του πόδια. Πάνω από το αδύνατο και ευλύγιστο κορμί του, είχε ρίξει μία μακριά κάπα ίδιου χρώματος και υφάσματος που γυάλιζε από την λάμπα του δημοτικού φωτισμού που έριχνε αχνά το κίτρινο φως μέσα στο δωμάτιο, διαπερνώντας τις λεπτές, άσπρες κουρτίνες του παράθυρου, οι οποίες πήγαιναν ανάλαφρα πέρα δώθε από το απαλό αεράκι που φυσούσε.
Το πλάσμα έκανε λίγα βήματα να τον ζυγώσει και μόλις τον είδε να τρέμει, έπιασε την πεσμένη στο ξύλινο πάτωμα κουβέρτα και την κράτησε στα μακριά, λευκόχρωμα χέρια του με τα περιποιημένα, κόκκινα νύχια.
Δεν χρειαζόταν να την μυρίσει. Αυτός ο άντρας είχε ποτίσει ολόκληρο τον χώρο με την προσωπική του μυρωδιά που ήταν αδύνατο να προσποιηθεί, σαν κάποια ερωτευμένη ηρωίδα ενός φτηνού ρομαντικού βιβλίου, πως έφερνε το ύφασμα στην μύτη και ρουφούσε άπληστα το άρωμα του αντικειμένου της λατρείας της. Το μόνο πράγμα που μπορούσε να κάνει με απληστία, ήταν να πίνει την ίδια την ζωή, παρατείνοντας απλά την δική της απέθαντη ύπαρξη.
Συνέχισε να κρατάει την πράσινη κουβέρτα και περίμενε υπομονετικά. Ο κοιμισμένος άντρας έβλεπε κάποιο όνειρο, μπορούσε να δει τα κλειστά μάτια του να κινούνται με γρήγορους ρυθμούς, σημάδι πως το όνειρό του πρέπει να είχε μεγάλη αγωνία. Κρύωνε κι όμως ήταν λουσμένος στον ιδρώτα. Πυρετό δεν είχε σίγουρα, μα από την άλλη, συμπεριφερόταν λες και η θερμοκρασία του είχε ξεπεράσει τους 100 βαθμούς της κλίμακας Φαρενάιτ.
Ξαφνικά, ο άντρας τινάχτηκε και εκείνη, χωρίς να το θέλει, θυμήθηκε. Θυμήθηκε τις φορές εκείνες που ξάπλωνε και λίγο προτού παραδοθεί στον αδελφό του Μορφέα, ένιωθε να πέφτει από έναν ουρανοξύστη εκατό ορόφων και λίγο προτού σκάσει στο έδαφος, με άσχημες μάλλον συνέπειες, τιναζόταν απότομα, έντρομη από αυτό το συναίσθημα. Και έπειτα, παραδινόταν ξανά στον ύπνο.


Ρεν Στράλιν...

Δεν πρόλαβε να σκεφτεί το όνομα του άντρα που βρισκόταν αιχμάλωτος μέσα σε ένα όνειρο και τα πόδια της κινήθηκαν σαν από μόνα τους. Ήταν λες και οι δύο αυτές λέξεις έβαλαν τροχούς κάτω από τις δερμάτινες μπότες και τα πόδια κύλησαν αργά και αθόρυβα προς το μέρος του.
Το ίδιο αργά, σήκωσε το πάλλευκο χέρι και έκανε πέρα μία ιδρωμένη τούφα από το πρόσωπό του. Ο Ρεν δεν κατάλαβε τίποτα και συνέχιζε να κοιμάται, σκεπασμένος μέχρι τον λαιμό με αυτό το απαίσιο κάτασπρο σεντόνι που της θύμιζε σεντόνι νεκροτομείου.
Το κρύο χέρι άγγιξε το γεμάτο βαθιές χαρακώσεις καυτό μέτωπο, προσπαθώντας να του μεταφέρει λίγη από την παγωμένη ψυχραιμία που το διέκρινε, χωρίς κανένα όμως αποτέλεσμα. Οι κλειστές κόγχες συνέχιζαν να κινούνται σαν δαιμονισμένες, σημάδι πως το όνειρο του Ρεν γινόταν όλο και πιο αγωνιώδες.
Άθελά της πάλι, έφερε στο μυαλό της τους στίχους από ένα τραγούδι που είχε ακούσει στο κλαμπ του Ντικέϊντ Ντράχεν, το απαγορευμένο για τους θνητούς ''Νοσφερότικ'' :



COLD, SO COLD, WE'RE SO COLD


Και πράγματι, το κρύο είχε εγκατασταθεί μέσα στο κορμί της και ποτέ ξανά δεν θα ένιωθε την θέρμη του αίματος να τρέχει με ταχύτητα μέσα στις φλέβες, ζεσταίνοντας έτσι το σώμα της. Ήταν και θα παρέμενε ένα κρύο, ψυχρό πλάσμα που κρυβόταν πίσω από τις σκιές των άλλων και χωνόταν ανενόχλητα, και με κάποια διαστροφή τις περισσότερες φορές, μέσα στα όνειρα και τους εφιάλτες τους.
Μα ο Ρεν τα είχε αλλάξει όλα. Ο
Ρεν ήταν ο γιος του Ξαβιέ. Και ο Ξαβιέ ήταν ο πατέρας που ποτέ της δεν γνώρισε. Και ήταν σαν κι εκείνη. Ένα σαγηνευτικό πλάσμα της νύχτας. Ένας βρυκόλακας. Και ο Ρεν έπρεπε επιτέλους να μάθει.


As vrea sa te...*

Δεν πρόλαβε να αποτελειώσει την σκέψη της και η επιθυμία της έγινε πραγματικότητα. Τα πορφυρά, παγωμένα χείλη άγγιξαν τρυφερά τα δικά του. Έμειναν εκεί, ενωμένα για κάτι περισσότερο από ένα ολόκληρο δευτερόλεπτο, ώσπου ξαφνικά το μετάνιωσε.
Αν ξυπνούσε; Τί στο καλό θα έκανε αν ο Ρεν ξυπνούσε και την έβλεπε να στέκεται από πάνω του; Μέσα στο σπίτι του; Κλέφτης των χειλιών του μέσα στην ίδια του κρεβατοκάμαρα;
Με μία αστραπιαία κίνηση, έκανε στροφή πετώντας ταυτόχρονα πάνω στο σώμα του κοιμισμένου άντρα την κουβέρτα και βγήκε βιαστικά έξω από το ανοιχτό παράθυρο, αφήνοντας πίσω της τον Ρεν να πολεμάει τους δικούς του δαίμονες.


*Θέλω να σε φιλήσω {Μολδ.}
Για να δείτε το βίντεο πατήστε εδώ για προβολή μέσω του μπλογκ ή εδώ μέσω You Tube.


© 2011 Κωνσταντίνα Λαψάτη



19.12.11

Οι γεύσεις της Νέμεσης.

Ένα αγαπημένο απόσπασμα από το πρώτο ιστορικό μυθιστόρημά μου που εκδόθηκε τον Ιούλιο του 2009 από τις εκδόσεις Ωκεανός.
Αν και οι γεύσεις της Νέμεσης είναι το πρώτο που εκδόθηκε, δεν σημαίνει πως είναι και το πρώτο που είχα γράψει! Το πρώτο λοιπόν, ιστορικό κι αυτό, μυθιστόρημα, περιμένει υπομονετικά κάπου δίπλα στον υπολογιστή σε μορφή χειρόγραφων σελίδων, τελειωμένο εδώ και καιρό - δίχως να γνωρίζω ακόμη πότε θα το μεταφέρω σε ηλεκτρονική μορφή.

Πατώντας ένα κλικ πάνω στον τίτλο της ανάρτησης, θα μεταφερθείτε στον εκδοτικό οίκο Ενάλιος~Ωκεανός για να διαβάσετε κάποιες κριτικές για το βιβλίο. Εναλλακτικά, μπορείτε και πατώντας εδώ





«Έλα δω» της ζήτησε τρυφερά. «Νομίζεις πως έτσι εύκολα θα φύγεις από μένα;»
Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει σαν τρελή. Άκουσε καλά; Της είχε πει πως δεν θα έφευγε έτσι εύκολα από αυτόν; Μήπως όμως, εννοούσε κάτι άλλο και δεν είχε καταλάβει καλά;
«Τί θέλεις;» τον ρώτησε διστακτικά.
«Ρωτάς;» έκανε τολμηρά και σηκώθηκε όρθιος, καρφώνοντάς την με την μπλε ματιά του.
«Γιατί με απέρριψες; Φταίει αυτή η γυναίκα, έτσι δεν είναι;» έκανε με πίκρα μπαίνοντας κατευθείαν στο θέμα. «Δεν μπορείς να την ξεχάσεις, ε;»
Στεκόταν απέναντί της, γεμίζοντας ολόκληρη την σκηνή με την πελώρια κορμοστασιά του. Λίγα βήματα τους χώριζαν μόνο, κι αν ήθελε μπορούσε να τα καλύψει αρκετά γρήγορα για να χωθεί επιτέλους στην δυνατή αγκαλιά του. Αρκεί να της το ζητούσε!
«Θα με μισήσεις. Αν αφήσω όλα αυτά που νιώθω ελεύθερα, θα με μισήσεις Ζηναΐς» της δήλωσε φανερά πεπεισμένος για εκείνη και τα μελλοντικά συναισθήματά της.
«Πώς μπορείς και λες αυτά τα λόγια αφού ξέρεις! Δεν ξέρεις;» τον ρώτησε με νόημα.
«Ξέρω πως θα με μισήσεις!» επανέλαβε εκείνος και με μια δρασκελιά κάλυψε την απόσταση που τους χώριζε. «Θα με μισήσεις!» είπε ξανά, μα παρόλα αυτά την αγκάλιασε δυνατά.
Τί είχε πάνω του αυτός ο άνδρας κι όποτε βρισκόταν στην αγκαλιά του ένιωθε προστατευμένη, λες κι είχε βρει επιτέλους ένα απάνεμο λιμάνι να προσαράξει με ασφάλεια, λες και η ζεστή αγκαλιά του ήταν το πολυτιμότερο καταφύγιό της;
«Όταν είμαι μαζί σου, είναι σαν να ζω επιτέλους αυτό που περίμενα ολόκληρα χρόνια!» του εξομολογήθηκε.
Η φωνή της, ψιθυριστή σαν τον άνεμο που περνούσε μέσα από τα φύλλα των λυγερόκορμων δένδρων, τον έκανε να ανατριχιάσει. Όχι από φόβο για το ότι ένιωθε πως τον περίμενε από παλιά, αλλά γιατί έτσι αισθανόταν κι εκείνος. Πως επιτέλους ζούσε αυτό που χρόνια περίμενε και ονειρευόταν.
Αν της έκανε έρωτα τώρα και η μνήμη της επανερχόταν, ήταν βέβαιος πως θα τον μισούσε διπλά, γιατί θα πίστευε πως την εκμεταλλεύτηκε. Αν όμως την έδιωχνε και περνούσε την νύχτα μόνος του, ήξερε πως θα το μετάνιωνε για ολόκληρη την υπόλοιπη του ζωή. Είχε μια τελευταία ευκαιρία να περάσει την βραδιά μαζί της και εκείνη να είναι αληθινά ερωτευμένη μαζί του! Είχαν μία μόνο τελευταία ευκαιρία!
Αισθάνθηκε τους μύες του να σφίγγονται και τον γράπωσε όσο πιο δυνατά μπορούσε.
«Μην με αφήνεις» τον ικέτευσε τραντάζοντάς τον. «Κοίτα με, γιατί ξέρω πως αυτό θα αλλάξει τα πάντα, τουλάχιστον για απόψε. Κοίτα με και δες με τα ίδια σου τα μάτια ότι μπορώ να σε κάνω να την ξεχάσεις, έστω και για μία μόνο φορά, έστω και για απόψε» του ζήτησε με κομμένη την ανάσα.
Το φωτεινό της βλέμμα τον κάλεσε να την προστάξει να περάσουν μια αξέχαστη βραδιά. Όταν η ματιά του βυθίστηκε στην δική της, μπόρεσε να δει την ένταση αποτυπωμένη στο πανέμορφο πρόσωπό του, καταλαβαίνοντας την μάχη που έδινε μέσα του. Η λάμψη όμως που φώτισε φευγαλέα τα χαρακτηριστικά του, της έδειξε πως κόντευε να τον πείσει, νικώντας τις αναμνήσεις της άγνωστης γυναίκας, ο ίσκιος της οποίας βάραινε και τους δυο.
«Φίλα με! Φίλα με τώρα!» απαίτησε, βλέποντας την λάμψη στα μάτια του να φουντώνει και την επόμενη στιγμή, με τρόπο που μόνο εκείνος μπορούσε, έπιασε με τις δυνατές του παλάμες το μικροσκοπικό πρόσωπό της και έγειρε πάνω της.
Τα χείλη του, πυρωμένα σαν καυτό σίδερο, ακούμπησαν τα δικά της αφήνοντας ανεξίτηλα σημάδια επάνω τους. Το απαιτητικό φιλί του την μέθυσε σαν γλυκόπιοτο κρασί, ενώ το τρέμουλο του κορμιού του την έκανε να λιώσει από απόλαυση και καθώς χωνόταν όλο και πιο πολύ στην ζεστή του αγκαλιά, ένιωσε την ασφάλεια που πάντα της χάριζε απλόχερα, να την γεμίζει βαθιά μέσα της. Ένας αναστεναγμός βγήκε ταυτόχρονα κι από τους δύο και τα χέρια τους άρχισαν να εξερευνούν με λαχτάρα τα κορμιά τους. Απέμειναν και οι δύο γυμνοί, ο ένας αντίκρυ στον άλλον και κοιτάχτηκαν χωρίς να αγγίζονται.
Η αγέρωχη κορμοστασιά του, ένα τέλεια σμιλευμένο, ατσάλινο κορμί γεμάτο με σημάδια που στριφογύριζαν επάνω του με δαιδαλώδεις ελιγμούς, την έκανε να θέλει να ουρλιάξει από την αδημονία που την κατέκλυζε για να νιώσει το βάρος του πάνω της. Αισθάνθηκε να λιώνει από το απερίγραπτο κάλλος του κι έπεσε θαρραλέα στην αγκαλιά του, ακούγοντας ακόμα και το ίδιο του το αίμα να βράζει, εκτός από τους τρελούς χτύπους της γενναίας καρδιάς του.
Χάιδεψε τα από καιρό γιατρεμένα ηρωικά τραύματα του κορμιού του, νιώθοντας ικανή να γιατρέψει ακόμα κι εκείνα της ψυχής του. Ναι, ήταν ικανή να το κάνει, αφού αυτός ήταν που της έδωσε την δύναμη, χαρίζοντάς της την αποψινή βραδιά...



© 2011 Κωνσταντίνα Λαψάτη






18.12.11

MAG, Ιούλιος 2011


Από την διαδικτυακή εφημερίδα MAG και την Μαρία Προδρόμου,
την οποία ευχαριστώ και από εδώ για την συνέντευξη που της παραχώρησα
και η οποία δημοσιεύτηκε στο τεύχος 4, τον Ιούλιο του 2011.







SEARCH FORM

Constance Lapsati - Author